Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης Δεν είναι Δευτέρα Είναι άλλη μια Δευτέρα που ο κόσμος τρέχει μανιωδώς να προλάβει, Τη δουλειά, τις υποχρεώσεις, τη ζωή... Τους βλέπεις. Είναι άλλη μια Δευτέρα, φορτωμένη με αράβικο χαρμάνι σε χάρτινα κύπελα, Κανα-δυο τσιγάρα και τη βαριά αίσθηση πως κάτι ξεκινά που εσύ δεν θέλησες. Βλέμματα χαμηλωμένα σε πόδια που βιάζονται. Και καρδιές που βουλιάζουν... Τις ακούς. Είναι άλλη μια Δευτέρα που θα 'θελες να 'τανε Παρασκευή, Ή έστω Πέμπτη Και αναμονή! Πολλή αναμονή για το τίποτα εκείνο που δεν ξέρεις και δεν ξέρω. Το νιώθεις; Είναι άλλη μια Δευτέρα πάνω σε μύριες άλλες, Κι όμως, δεν θα 'λεγα πως με γνωρίζω καλύτερα απ' όσες πέρασαν. Μα κάτι έχει αλλάξει. Στη μακριά λίστα των όσων προσμένω, δεν είσαι... Και κάπως αυτή η Δευτέρα μοιάζει διαφορετική και αλλιώτικη. Είναι όμως άλλη μια Δευτέρα που θα φύγει. Ίσως την επόμενη σε περιμένω ξανά. Ίσως και όχι...