Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

'Ερμαιο των παθών

 

Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη







Η καταιγίδα δεν έλεγε να σωπάσει. Βαριές σταγόνες έφερνε και μαζί με αυτές σκότος και πλάνη. Ο ουρανός ορθωνόταν σαν μαύρο πανί κυματίζοντας ανεξέλεγκτο στου ανέμου τα καμώματα. Έρμαιο σταλμένο από το φτερωτό θεό, ο οποίος καθήμενος στον χρυσοστόλιστο θρόνο του, ατένιζε και άκουγε αισθητά την ηχώ του. Με ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη, ικανοποιημένος από το δημιούργημα του, ηδονίζονταν από τη θνητή ύπαρξη που σαν ακυβέρνητο πλοιάριο παρασυρόταν στα βαθιά κύματα. Σαν έρμαιο.. έρμαιο των παθών. 
Πάθη, ένστικτα, ακόμη και οι ορμές, είναι ικανά να λειτουργήσουν ως κατευθυντήριος μοχλίσκος εκκίνησης, για μια ολόκληρη ζωή ; Κι αν ναι, ποιο το τίμημα ; Ποιο τίμημα πληρώνει η κάθε ανθρώπινη υπόσταση ; «Όλα όσα κάνει ή ο, τι δεν κάνει κάποιος, οφείλονται στις συνέπειες των πράξεων του», είχες κάποτε πει. Πόση δόση αλήθειας να έκρυβαν τα λόγια σου τότε και με πόση δύναμη ψυχής στόλισες μια απλή τέτοια φράση.. Πολλές φορές αναρωτιέμαι, είναι όντως το πλήρωμα του χρόνου ή το θεϊκό ετούτο «ξέπλυμα» που θέλησε να απεκδυθεί την πραγματικότητα. Ο καθαρμός, εξαγνισμός ή όπως αλλιώς θέλησαν να το ονομάζουν. 
Αναλωνόμαστε στην επιλογή πρόσκαιρων λύσεων, όπως εκείνη της επιλογής «ομπρέλας» για κάλυψη. Που με ένα φύσημα στροβιλίζεται, καταπατείται και χάνεται. «Καταστράφηκε..» σου λένε «Πρέπει να πάρεις καινούργια, πιο γερή στην αντοχή..» Τρέχεις στα καταστήματα, στα μαγαζιά και ανάμεσα σε τόσες και τόσες σε μυριάδες, δεν ξέρεις ποια να επιλέξεις. Τόσο ξεχωριστές, φανταχτερές σε δεκάδες σχήματα και χρώματα, μα συνάμα τόσο ίδιες… 
Και επιλέγεις για μια ακόμη φορά την εύκολη λύση.. να διαλέξεις την καινούργια «ομπρέλα» από ένα πραγματικό «καταφύγιο». Δε σου έφτασαν οι δυσκολίες, τα λασπωμένα νερά και ο χρόνος να σε εμπαίζει στη δική του διάθεση και θέληση. Όχι, δεν ήταν ικανός να λοξοδρομήσει την πορεία σου. Αντί να ψάχνεις για το καταφύγιο, σταθμό στη διαδρομή σου.. επέλεξες να είσαι.. έρμαιο, έρμαιο των παθών..




Για να διαβάσεις την ποιητική της συλλογή "Zωή και Ποίηση".

Σχόλια

  1. Υπέροχο Κατερίνα!
    Τα πάθη και η εξάρτησή μας από αυτά! Δοσμένα με την λυρικότητα της γραφής σου καλή μου φίλη. Μπράβο μία ακόμα φορά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόσο αγάπησα αυτό το ποίημα Κατερίνα! Κατάθεση ψυχής, λόγια που αγγίζουν στο βάθος. Παίζεις με τις λέξεις αγαπημένη μας και παίζεις τόσο όμορφα που με κάνει να θέλω να διαβάζω αυτό το ποίημα ξανά και ξανά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...