Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"Συνεταίροι στο έγκλημα" γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά

 


     "Συνέταιροι στο έγκλημα..."

Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά    

                                   

 Η νοσταλγία δεν είναι απλά κατάσταση, αλλά ένα χρώμα από μόνη της. Δεν ανήκει στη γνωστή γκάμα των χρωμάτων που καλύπτει το φάσμα που όλοι βλέπουμε. Δεν έχει όνομα, ούτε αποχρώσεις, δε μπορείς να την περιγράψεις, να τη ζωγραφίσεις, να την κλείσεις σε μπουκάλια σαν άρωμα και να στάζεις όποτε θες λίγες σταγόνες πίσω από το αυτί σου. Και σίγουρα δεν έχει τιμή, όχι μία που να αντιστοιχεί σε γνωστές μορφές χρήματος τουλάχιστον. Είναι όμως ανεκτίμητη, όπως κάθε τι που πονάει μεν αλλά το θες, το χρειάζεσαι. Γιατί; Γιατί η νοσταλγία είναι τοποθετημένη στη σφαίρα του ονείρου.

 Είσαι δεκάξι και κάνεις τη μία τρέλα πίσω από την άλλη, αγνοώντας συνέπειες, νουθεσίες και κρίσεις των ενηλίκων. Υπακούς απλά σ' εκείνο το παράξενο διαβολάκι που κυκλοφορεί ξαφνικά στις φλέβες σου σαν βενζίνη χιλίων οκτανίων και σου βάζει μόνιμα φωτιά. Οι τοίχοι δε σε χωρούν, θες να ερωτευτείς, να χορέψεις, να ονειρευτείς. Και το κάνεις, ονειρεύεσαι νύχτα μέρα, κυρίως τη μέρα, ζωγραφίζεις πάνω στο θρανίο την ώρα του μαθήματος το λογότυπο της καρδιάς σου, δυο αρχικά, ένα ραγισμένο σύννεφο. Κάθε αρχή μοιάζει καταδικασμένη να φτάσει σύντομα στο τέλος, μα τι σημασία έχει; Κάθε μέρα νέα μέρα κι η άνοιξη είναι πάντα κοντά. Η άνοιξη είσαι εσύ. 

 Και φυσικά έχεις τον δικό σου συνέταιρο στο έγκλημα. Εκείνο το πρόσωπο που θα καλέσεις ό,τι ώρα σου καπνίσει και θα είναι εκεί. Που θα σ' ακούσει σιωπηλά, θα κλάψει επειδή κλαις και στο τέλος θα σε κάνει να ξεχάσεις τα πάντα με μία λέξη, μια χαζή ερώτηση, μια ατάκα που θα κάνει και τους δυο σας να κλάψετε ξανά, αλλά από τα γέλια. Αυτό το... συνεταιριλίκι δε θα τελειώσει ποτέ, δεν έχει καν καταστατικό, αυτή η σχέση δε θα βγει ποτέ στη σύνταξη. Είναι πολλά τα μυστικά που έχετε μοιραστεί κι η θέση στη νοσταλγία έχει ήδη αρχίσει να χτίζεται, τα σίδερα έχουν μπει και το μπετόν έχει πέσει. Μία λέξη μπορεί πάντα να κάνει τη διαφορά και οι δικές σας λέξεις είναι πολλές και είναι μόνο δικές σας, κανείς ποτέ δε θα μάθει τι σημαίνουν, τι κρύβουν. Ένας ύπνος στρωματσάδα, ένα μοιραίο πάρτι, όλες οι ερωτικές απογοητεύσεις του κόσμου μαζεμένες που μοιραστήκατε, οι φορές που οι γονείς φάνηκαν λίγοι, το απόγευμα που πήρατε "δανεικό" ένα μηχανάκι και σας σταμάτησαν τελικά οι μπάτσοι. Και δεν είχατε δίπλωμα. Η ώρα που αποφάσισες τι θα κάνεις στη ζωή σου ή που κατάλαβες πως δεν είχες ιδέα τι θα έκανες με τη ζωή σου κι ο άλλος σου είπε απλά: προχώρα και βλέπουμε. Και δε σε έκρινε ποτέ. Γιατί έτσι κάνουν οι συνέταιροι. Η στιγμή που σε έβρισε για χιλιοστή φορά για τις βλακείες σου κι εσύ το δέχτηκες, αφού μια κατσάδα από αυτό το πρόσωπο έχει πάντα μεγαλύτερη αξία από ένα "δεν πειράζει" όλων των άλλων μαζί. Εξάλλου βρίζεις κι εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου για την ανοησία σου, μα ο συνέταιρός σου στο έγκλημα... θα σε βρίζει πάντα καλύτερα κι ο λόγος είναι ένας: ξέρει πως το αντέχεις, πως το περιμένεις από αυτόν, πως το αποζητάς τελικά και την αμέσως επόμενη στιγμή θα σε σηκώσει απ' τα πατώματα και θα σου πει προχώρα, σε θέλει όρθιο γιατί μόνο έτσι θα παραμείνει κι ο ίδιος όρθιος.

 Τα χρόνια περνούν, όλα έχουν αλλάξει, δεν είσαι πια σε ηλικία να πηδάς μάντρες ούτε οι μπάτσοι θα στη χαρίσουν ξανά, έχεις μεγαλώσει και σοβαρευτεί. Ή έτσι τουλάχιστον βλέπουν όλοι οι άλλοι. Εκτός από τον συνέταιρό σου στο έγκλημα και τώρα πια... τον διπλανό σου στο θρανίο της νοσταλγίας. Αυτός πάντα θα ξέρει τα χειρότερά σου μυστικά κι εσύ τα δικά του. Και κάποια πράγματα δε θ' αλλάξουν ποτέ. Το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει όποια ώρα να 'ναι κι εσύ θα το σηκώσεις χωρίς να δυσανασχετήσεις, το ίδιο κι ο άλλος. Η αγάπη δεν έχει ωράρια γραφείου, δεν έχει όρια γεωγραφικά, βασικά μεταξύ σας δεν υπήρξαν ποτέ όρια. Κι αν τώρα πια τα κλάματα έχουν πίσω τους πόνους πολύ πιο αβάσταχτους από εκείνους των δεκαέξι ετών, είναι και τα θεμέλια πιο γερά, πάντα ήταν, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο είναι και τα γέλια πιο τρανταχτά γιατί τα γέλια στην ηλικία αυτή έχουν όλες τις αποχρώσεις και μαζί ακόμη μία: αυτή την άγνωστη της νοσταλγίας, αυτή που δεν έχει όνομα και που δε θα βρεις πάνω σε κανένα ουράνιο τόξο.

 Και τελικά, όταν έχεις έναν ισόβιο συνέταιρο στο έγκλημα που λέγεται ζωή κι όταν θα μοιράζεσαι πάντα μαζί του ένα ποτήρι κρασί πάνω από τα συντρίμμια, ξέροντας πως δε θα είσαι ποτέ μόνος... τι να τα κάνεις τα ουράνια τόξα;

Σχόλια

  1. Πολύ ζεστό, τρυφερό το κείμενο σου.
    Την καλημέρα μου, Ελευθερία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα πολύ τρυφερό κείμενο-εξομολόγηση σε ένα κομμάτι της ζωής μας πολύ δύσκολο, ίσως και επώδυνο.
    Μια αληθινή σχέση, σφυρηλατημένη στο χρόνο, αποτελεί δικλείδα ασφαλείας. Με έναν βασικό όρο. Αυτός ο "συνεταίρος στο έγκλημα" να είναι πραγματικός φίλος με πυξίδα, που δεν οδηγεί στην καταστροφή.
    Καλησπέρα Ελευθερία μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...