Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Συνεταίροι στο έγκλημα" γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά

 


     "Συνέταιροι στο έγκλημα..."

Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά    

                                   

 Η νοσταλγία δεν είναι απλά κατάσταση, αλλά ένα χρώμα από μόνη της. Δεν ανήκει στη γνωστή γκάμα των χρωμάτων που καλύπτει το φάσμα που όλοι βλέπουμε. Δεν έχει όνομα, ούτε αποχρώσεις, δε μπορείς να την περιγράψεις, να τη ζωγραφίσεις, να την κλείσεις σε μπουκάλια σαν άρωμα και να στάζεις όποτε θες λίγες σταγόνες πίσω από το αυτί σου. Και σίγουρα δεν έχει τιμή, όχι μία που να αντιστοιχεί σε γνωστές μορφές χρήματος τουλάχιστον. Είναι όμως ανεκτίμητη, όπως κάθε τι που πονάει μεν αλλά το θες, το χρειάζεσαι. Γιατί; Γιατί η νοσταλγία είναι τοποθετημένη στη σφαίρα του ονείρου.

 Είσαι δεκάξι και κάνεις τη μία τρέλα πίσω από την άλλη, αγνοώντας συνέπειες, νουθεσίες και κρίσεις των ενηλίκων. Υπακούς απλά σ' εκείνο το παράξενο διαβολάκι που κυκλοφορεί ξαφνικά στις φλέβες σου σαν βενζίνη χιλίων οκτανίων και σου βάζει μόνιμα φωτιά. Οι τοίχοι δε σε χωρούν, θες να ερωτευτείς, να χορέψεις, να ονειρευτείς. Και το κάνεις, ονειρεύεσαι νύχτα μέρα, κυρίως τη μέρα, ζωγραφίζεις πάνω στο θρανίο την ώρα του μαθήματος το λογότυπο της καρδιάς σου, δυο αρχικά, ένα ραγισμένο σύννεφο. Κάθε αρχή μοιάζει καταδικασμένη να φτάσει σύντομα στο τέλος, μα τι σημασία έχει; Κάθε μέρα νέα μέρα κι η άνοιξη είναι πάντα κοντά. Η άνοιξη είσαι εσύ. 

 Και φυσικά έχεις τον δικό σου συνέταιρο στο έγκλημα. Εκείνο το πρόσωπο που θα καλέσεις ό,τι ώρα σου καπνίσει και θα είναι εκεί. Που θα σ' ακούσει σιωπηλά, θα κλάψει επειδή κλαις και στο τέλος θα σε κάνει να ξεχάσεις τα πάντα με μία λέξη, μια χαζή ερώτηση, μια ατάκα που θα κάνει και τους δυο σας να κλάψετε ξανά, αλλά από τα γέλια. Αυτό το... συνεταιριλίκι δε θα τελειώσει ποτέ, δεν έχει καν καταστατικό, αυτή η σχέση δε θα βγει ποτέ στη σύνταξη. Είναι πολλά τα μυστικά που έχετε μοιραστεί κι η θέση στη νοσταλγία έχει ήδη αρχίσει να χτίζεται, τα σίδερα έχουν μπει και το μπετόν έχει πέσει. Μία λέξη μπορεί πάντα να κάνει τη διαφορά και οι δικές σας λέξεις είναι πολλές και είναι μόνο δικές σας, κανείς ποτέ δε θα μάθει τι σημαίνουν, τι κρύβουν. Ένας ύπνος στρωματσάδα, ένα μοιραίο πάρτι, όλες οι ερωτικές απογοητεύσεις του κόσμου μαζεμένες που μοιραστήκατε, οι φορές που οι γονείς φάνηκαν λίγοι, το απόγευμα που πήρατε "δανεικό" ένα μηχανάκι και σας σταμάτησαν τελικά οι μπάτσοι. Και δεν είχατε δίπλωμα. Η ώρα που αποφάσισες τι θα κάνεις στη ζωή σου ή που κατάλαβες πως δεν είχες ιδέα τι θα έκανες με τη ζωή σου κι ο άλλος σου είπε απλά: προχώρα και βλέπουμε. Και δε σε έκρινε ποτέ. Γιατί έτσι κάνουν οι συνέταιροι. Η στιγμή που σε έβρισε για χιλιοστή φορά για τις βλακείες σου κι εσύ το δέχτηκες, αφού μια κατσάδα από αυτό το πρόσωπο έχει πάντα μεγαλύτερη αξία από ένα "δεν πειράζει" όλων των άλλων μαζί. Εξάλλου βρίζεις κι εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου για την ανοησία σου, μα ο συνέταιρός σου στο έγκλημα... θα σε βρίζει πάντα καλύτερα κι ο λόγος είναι ένας: ξέρει πως το αντέχεις, πως το περιμένεις από αυτόν, πως το αποζητάς τελικά και την αμέσως επόμενη στιγμή θα σε σηκώσει απ' τα πατώματα και θα σου πει προχώρα, σε θέλει όρθιο γιατί μόνο έτσι θα παραμείνει κι ο ίδιος όρθιος.

 Τα χρόνια περνούν, όλα έχουν αλλάξει, δεν είσαι πια σε ηλικία να πηδάς μάντρες ούτε οι μπάτσοι θα στη χαρίσουν ξανά, έχεις μεγαλώσει και σοβαρευτεί. Ή έτσι τουλάχιστον βλέπουν όλοι οι άλλοι. Εκτός από τον συνέταιρό σου στο έγκλημα και τώρα πια... τον διπλανό σου στο θρανίο της νοσταλγίας. Αυτός πάντα θα ξέρει τα χειρότερά σου μυστικά κι εσύ τα δικά του. Και κάποια πράγματα δε θ' αλλάξουν ποτέ. Το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει όποια ώρα να 'ναι κι εσύ θα το σηκώσεις χωρίς να δυσανασχετήσεις, το ίδιο κι ο άλλος. Η αγάπη δεν έχει ωράρια γραφείου, δεν έχει όρια γεωγραφικά, βασικά μεταξύ σας δεν υπήρξαν ποτέ όρια. Κι αν τώρα πια τα κλάματα έχουν πίσω τους πόνους πολύ πιο αβάσταχτους από εκείνους των δεκαέξι ετών, είναι και τα θεμέλια πιο γερά, πάντα ήταν, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο είναι και τα γέλια πιο τρανταχτά γιατί τα γέλια στην ηλικία αυτή έχουν όλες τις αποχρώσεις και μαζί ακόμη μία: αυτή την άγνωστη της νοσταλγίας, αυτή που δεν έχει όνομα και που δε θα βρεις πάνω σε κανένα ουράνιο τόξο.

 Και τελικά, όταν έχεις έναν ισόβιο συνέταιρο στο έγκλημα που λέγεται ζωή κι όταν θα μοιράζεσαι πάντα μαζί του ένα ποτήρι κρασί πάνω από τα συντρίμμια, ξέροντας πως δε θα είσαι ποτέ μόνος... τι να τα κάνεις τα ουράνια τόξα;

Σχόλια

  1. Πολύ ζεστό, τρυφερό το κείμενο σου.
    Την καλημέρα μου, Ελευθερία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα πολύ τρυφερό κείμενο-εξομολόγηση σε ένα κομμάτι της ζωής μας πολύ δύσκολο, ίσως και επώδυνο.
    Μια αληθινή σχέση, σφυρηλατημένη στο χρόνο, αποτελεί δικλείδα ασφαλείας. Με έναν βασικό όρο. Αυτός ο "συνεταίρος στο έγκλημα" να είναι πραγματικός φίλος με πυξίδα, που δεν οδηγεί στην καταστροφή.
    Καλησπέρα Ελευθερία μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Άννα Καρένινα ή Τελειώνει με Εμάς;

  "Τελικά, τι προσδίδει αξία σε ένα βιβλίο;" 1. Το δίλημμα Ιδού λοιπόν ένα δίλημμα που μπορεί να τσακίσει κόκαλα. Γιατί ενώ φαινομενικά είναι μια εύκολη ερώτηση, η απάντησή της κρύβει παγίδες. Το ασφαλές είναι να απαντήσεις την Καρένινα ή τουλάχιστον να βρεις έναν ευφυή και πλάγιο τρόπο να μιλήσεις για την υποκειμενικότητα της στιγμής, του mood, της διάθεσης κ.α. Τονίζοντας πάντα την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία ενός έργου όπως αυτό του Τολστόι, αν θες στο τέλος οι συνομιλητές σου να κουνάνε επιδοκιμαστικά το κεφάλι, συμφωνόντας. 2. Η “ασφαλής” επιλογή Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως μια πολύ μεγάλη μερίδα θα απαντούσε χωρίς δεύτερη σκέψη το κλασικό αυτό βιβλίο. Και θα είχαν απόλυτο δίκιο. Η διαχρονικότητά του και μόνο, είναι μέτρο ποιότητας αν μη τι άλλο. Τι συμβαίνει όμως με αυτούς που θα ήθελαν να απαντήσουν πως απολαύσανε περισσότερο το  Τελειώνει με Εμάς ; Μπορούν άραγε να το κάνουν σε έναν κύκλο λογοτεχνικό όπου υπάρχουν ορισμένοι άτυποι κανόνες; Και αν το κάνου...