Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Απουσίες

Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης


Είναι καλοκαίρι και αν και βράδυ, η ζέστη είναι αφόρητη. Εγώ όμως εκεί, πάλι στο μπαλκόνι. To ‘χω πείσμα κι ας δουλεύει μέσα ο κλιματισμός στο φουλ ∙ θα δροσίσουν τα ντουβάρια. Εδώ έξω, ένας ανεμιστήρας μισιακός με δυο μόνο πτερύγια μου κάνει αέρα, ή με κοροϊδεύει… Δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Τον αφήνω όμως να δουλεύει, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που θα τα φτύσει για να δούμε ποιος από τους δυο μας γελάει καλύτερα. Αλλά δεν ήθελα να πω για τον ανεμιστήρα, ούτε για το κλιματιστικό. Κάτι άλλο ήταν μα το ξέχασα.  

Ανάθεμα! 

Πάλι σύρθηκε το χέρι μου σε αυτά τα αναθεματισμένα σουπλά. Σίγουρα θα αφήσει κοκκινίλα. Ξέρεις, είναι απ’ αυτά που είναι πια πολύ της μόδας, τα μπόχο, ευχάριστα στο μάτι-τραχιά στην υφή. Κάτι τέτοιες στιγμές νοσταλγώ τα πλαστικά τραπεζομάντιλα της μάνας μου, κι ας έκαναν τα χέρια μου να ιδρώνουν και να γλιστράνε αντίστοιχες νύχτες. Αλλά πάλι αφαιρέθηκα. Ούτε για διακόσμηση είχα όρεξη να μιλήσω.

Για μια στιγμή… Είχα όντως όρεξη;

Κοιτάζω γύρω μου. Λαπ τοπ, τσιγάρα, κι άλλα μπόχο διακοσμητικά… Και μία μπίρα. Σχεδίαζα να πιω. Προφανώς όχι για να ξεχάσω, ειδάλλως θα είχα φέρει κάτι πιο δυνατό. Αλλά γιατί; Ποτέ δεν ήμουν λάτρης της ξανθιάς ή της μαύρης καλοκαιρινής θεάς. Άλλα στοιχεία δεν εντοπίζω στον χώρο και μάλλον θα ξεκινήσω την πόση και θα το βρω στην πορεία. Στο “κλακ” αυτό το χαρακτηριστικό, που ακολουθείτε από ένα ανεπαίσθητο άφρισμα στο εσωτερικό του αλουμινένιου κουτιού, νιώθω ήδη μια ηρεμία να με κατακλύζει. Στην πρώτη γουλιά θυμάμαι γιατί δεν πίνω μπίρα. Ρουφάω ωστόσο και μία ακόμη και βιάζομαι ν’ ανάψω τσιγάρο. Ούτε και αυτή η γεύση μου αρέσει, αλλά το κάνω. Αναπτήρας, φλόγα, άρπαγμα, ρούφηγμα, εκπνοή. Κι έπειτα το σώμα χάνει τη ποζάτη στάση. Η ράχη κυρτώνει, τα χέρια κρεμάνε λίγο παραπάνω, οι ώμοι πέφτουν προς τα μπρος και ο λαιμός βυθίζεται ελαφρώς και χάνει λίγο από το ύψος του. Κι άξαφνα θυμάμαι για ποιον λόγο έβγαλα τη μπίρα, αυτή που έστεκε μήνες στο ψυγείο ανέγγιχτη. 

Θυμάμαι για ποιον ή με ποιον σκόπευα να την πιω. 

Δεν ξέρω γιατί, ούτε από πού ορμώμενος, όμως σήμερα ήθελα να τα πιω παρέα με τις απουσίες μου. Να τις καθίσω όλες στο τραπέζι γύρω-γύρω – τζάμπα το πήρα μεγάλο;- σαν μάζωξη. Και δεν μπορώ να πω πως είναι ακατάδεκτοι οι καλεσμένοι μου. Αντιθέτως, πολύ σύντομα κάνουν την εμφάνισή τους ένας-ένας και στέκονται απέναντί μου. Φιγούρες πολλές, άλλες κρυστάλλινες, καθάριες σαν το νερό, κι άλλες θαμπές, ξεθωριασμένες, λασπωμένες απ’ το πέρασμα του χρόνου. Κάποιες τις κοιτώ με στοργή, άλλες με μια παγωμάρα από αυτή που σε κάνει να μουδιάζεις. Αν δεν ήξερα καλύτερα, θα έλεγα πως ο ανεμιστήρας βρήκε το κέφι και το μπρίο του αλλά δεν είναι αυτό. Όχι. Μέσα στο μικρό πλήθος, υπάρχουν και κάποιες που τις κοιτώ με πίκρα. Κι αυτό όμως δεν είμαι σίγουρος πως το νιώθω πραγματικά. Μπορεί να είναι η ανάμνηση του συναισθήματος που δεν έχει σβήσει ακόμη και παρεμβάλλεται σαν ηχητικό παράσιτο που σε αποσπά και σε αποσυντονίζει. 

Επιχειρώ να τις βάλω σε ομάδες, να τις χωρίσω, όπως κάνουμε στις γαμήλιες δεξιώσεις. Βάζουμε μαζί αυτούς που μάλλον κάτι κοινό μοιράζονται για να μη βαρεθούν όλη τη νύχτα. Έτσι κι εγώ. Στα δεξιά -συνειρμικά- καθίζω αυτούς που έφυγαν οριστικά. Αριστερά τις προσωρινές απουσίες, τις δικαιολογημένες τρόπον τινά, που ακόμη δεν έχουν ξεπεράσει το όριο για να μείνουν μετεξεταστέες. Και απέναντι… Απέναντι είναι αυτοί που έφυγαν προς ώρας και κατέληξαν να είναι πιο απόντες και από τους πρώτους. 

Στρέφομαι πρώτα αριστερά, σε αυτούς που κινδυνεύουνε να μείνουνε στην τάξη αλλά χαμογελάνε συγκρατημένα πίσω από την ασπίδα μιας πρόσκαιρης βεβαιότητας. Εκνευρίζομαι λίγο στην όψη τους, φουντώνω, αλλά το ξανασκέφτομαι και γελάω. Μαζί τους; Μπα. Μαζί μου περισσότερο. Είμαι σίγουρος πως σε πολλά αντίστοιχα τραπέζια άλλων, θα ήμουν κι εγώ σε εκείνες τις θέσεις. Με βλέπουν και, σαν αυτό να περίμεναν, ξεκινάνε όλες μαζί μια ακατανόητη βαβούρα. “Πού χρόνος; Ξέρεις πώς είναι”. “Τα παιδιά”, “οι δουλειές”, “οι υποχρεώσεις”… Τα ξέρω, τα έχω πει και τα βαριέμαι. Σηκώνω το κουτάκι της μπίρας προς το μέρος τους. Πίνουν και αυτοί και η οχλοβοή κοπάζει. 

Δόξα τω Θεώ. 

Παίρνω μιαν ανάσα και σηκώνω το βλέμμα στους απέναντι -τα εύκολα τα άφησα για το τέλος. Δεν ξέρω ποιον εαυτό να υιοθετήσω απέναντι σε αυτούς τους εκούσιους απόντες. Τον χαλαρό; Τον άνετο; Τον άλλο τον πιο κυνικό που μπορεί και να σηκώσει λίγο το φρύδι; Τον θλιμμένο; Ψέματα. Αυτόν τον τελευταίο δεν μπορώ. Τον έχω αποβάλλει εδώ και καιρό και πλέον μου μοιάζει ανοίκειος. Κι όμως, είναι κάτι που σκιρτά μέσα μου καθώς το βλέμμα μου διαβάζει τα πρόσωπα απέναντί μου. Λες κι έχω καταπιεί ένα μάτσο καρφίτσες και τις νιώθω να κινούνται με κάθε δική μου κίνηση. Πονάω; Εγώ ή ο εγωισμός μου; Παγώνω στη θέση μου όπως και να ‘χει για να σταματήσω το αίσθημα και περιμένω. Αλλά αυτή η ομάδα, σε αντίθεση με την προηγούμενη, δεν έχει τίποτα να πει. Τώρα που τους παρατηρώ, ίσως να διακρίνω και μια κούραση στο βλέμμα μερικών. Λες και τους αγγάρεψα να έρθουν, ενώ είχαν καλύτερα πράγματα να κάνουν. Αυτή η σκέψη με θυμώνει. Εγώ θα τις χωνέψω τις καρφίτσες μου! 

Αυτό μου το υπόσχομαι. 

Παίρνω τη μπίρα στο χέρι αποφασισμένος να ξεπλύνω και τα σωθικά αλλά και τον εγωισμό μου για παν ενδεχόμενο. Τη σηκώνω. Κάνουν το ίδιο και αυτοί, ανόρεχτα όπως κι εγώ άλλωστε. Ή μπορεί αυτό να ήθελα να διαβάσω για να καθησυχαστώ. Γιατί το σκέφτηκα όμως τώρα αυτό; Ανάθεμα! Αλλά πάντα τέτοιος ήμουν. Σε κάθε τρικλοποδιά διακρίνω το δικό μου πόδι. Βουλιάζω λίγο παραπάνω στη θέση μου. Αφήνω το κεφάλι να πέσει και το βλέμμα να χαμηλώσει στα πλακάκια. Κάποια στιγμή είχα πει πως θα τα αλλάξω και αυτά…

Για κάποιο λόγο νιώθω ηττημένος. Δεν θέλω να ξανασηκώσω το κεφάλι. Κακώς τους κάλεσα όλους αυτούς εδώ πέρα βραδιάτικα. Αυτή τη φορά δεν αφαιρέθηκα. Ήταν συνειδητή επιλογή να αποτραβηχτώ στα ενδότερα, στη δική μου ήσυχη γωνιά μέσα μου. Και να που από οικοδεσπότης έγινα ένας από αυτούς τους καλεσμένους που τους έσυραν με το ζόρι σε μια πληκτική – ή και δυσάρεστη ακόμη- κοινωνική υποχρέωση. Ώσπου κάτι με τραβά από το λήθαργό μου. Μια ζεστασιά. Όχι αυτή που σε κάνει να ιδρώνεις, να κολλάς και να αναθεματίζεις. Άλλου τύπου. Ξεκινά από το χέρι μου, σέρνεται γλυκά μέχρι το στήθος και τρυπώνει εκεί. Στρέφω το κεφάλι δεξιά και τη βλέπω. Λεπτά, κουρασμένα δάχτυλα έχουν τυλίξει στοργικά τον καρπό μου. Δεν είναι κρύα και άκαμπτα όπως την τελευταία φορά… Σηκώνω το βλέμμα παραπάνω ψάχνοντας εκείνα τα δυο μικρά ρυτιδωμένα μάτια που έκλαιγαν εύκολα και γελούσαν ακόμη πιο εύκολα. 

Είναι εκεί!

 Γέρνω λίγο να δω πίσω της τους υπόλοιπους αυτής της πτέρυγας, μα σύντομα γυρίζω στο πρόσωπό της. “Τι σε βαραίνει;” με ρωτά. “Το σκίτσο που δεν σου ‘κανα όταν το ζήτησες”. Οι λέξεις βγαίνουν αβίαστα από τα χείλη μου. Απρογραμμάτιστα. “Ο γάμος που δεν έκανα λίγο νωρίτερα, το παιδί…”. Αυτή κουνάει το κεφάλι αρνητικά. Τα μάτια της σπιθίζουν αν και το χρώμα έχει ξεφτίσει από τα χρόνια της και τείνει να μοιάσει λίγο περισσότερο στο ασπράδι. “Σήμερα”, μου εξηγεί. “Οι απουσίες” παραδέχομαι. Της εξηγώ στα γρήγορα αν και δεν χρειάζεται. Αποκύημα του μυαλού μου είναι και αυτή ∙ τα ξέρει. Παρόλα αυτά, της εξηγώ κι εκείνη με ακούει. Όταν τελειώνω, σταυρώνει τα χέρια πάνω στη μαύρη ποδιά – ή μπλε σκούρη, δεν είμαι σίγουρος- που έχει τρύπα στην τσέπη για τα κέρματα, εκείνα που της έκλεβα μικρός. Στην παύση της διστάζω. Κοιτάζω γύρω για βοήθεια και έκπληκτος συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει κανένας άλλος στον χώρο. Γυρίζω πάλι σε εκείνη. Ούτε και αυτή είναι εκεί που την άφησα. 

Άλλη μια απουσία…

Πιάνω την μπίρα και την αδειάζω. Σβήνω την καύτρα από το τσιγάρο και ετοιμάζομαι να μπω μέσα. Δεν πήγε όπως τη σχεδίαζα η νύχτα. Πριν κλείσω το φως του μπαλκονιού, ακούω ξανά τη φωνή της. “Να τους συγχωρήσεις αυτούς που έφυγαν. Όλους να μας συγχωρήσεις”. 

Μένω μετέωρος με το ένα πόδι στο πλακάκι που θέλω να αλλάξω κάποια στιγμή, και το άλλο σε αυτό του σαλονιού που δεν με ενόχλησε ποτέ αρκετά ώστε να ασχοληθώ μαζί του. Σκέφτομαι αυτό που μου είπε. Μου παίρνει μερικά λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσω πως δεν μπορώ να πάρω μιαν απόφαση. 

Το βράδυ στο κρεβάτι το σκέφτομαι ακόμη. Κάνω πράξεις αριθμητικές, χωρίζω τις απουσίες μου και πάλι σε ομάδες, σε αυτούς που συγχώρησα και στους άλλους, που είμαι πολύ εγωιστής για να το κάνω ακόμη. Γιατί ηθελημένα ή άθελά τους, όλοι τους κάτι πήραν μαζί τους φεύγοντας και η ετυμηγορία για τον καθένα κρίθηκε από το βάρος του αδικήματος. Και κάτι έδωσαν, όμως. Κάτι θα πήρα κι εγώ. Όχι; Μπορεί, αλλά σήμερα δεν έχω διάθεση να δικαιολογήσω κανέναν. Σήμερα ήπια τη μπίρα που δεν μου αρέσει, και κάπνισα τα τσιγάρα που δεν κάνω κέφι για μένα και μόνο. Ποιες απουσίες σου τσαμπουνάω τόση ώρα; Όλα για μένα έγιναν. Και ίσως για να ξαναδώ κι εκείνη, που τη φωνή της δυσκολεύομαι να φέρω στ’ αυτιά μου πλέον και μου έλειψε. Αυτή είναι συγχωρεμένη. Και για τους άλλους θα το αποδεχτώ κάποια στιγμή. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι όλοι οι ρόλοι γραμμένοι για να φτάσουν στην τελευταία σεζόν.

Ζεσταίνομαι, στριφογυρίζω στο κρεβάτι, ανακατεύω τα σεντόνια. Η πάλη όμως είναι σύντομη και σταματά απότομα. Καταλήγω ανάσκελα να κοιτάζω το ταβάνι απαυδισμένος. 

Μέσα σε όλα τα άλλα, ξέχασα να κλείσω τον ανεμιστήρα.    

Σχόλια

  1. Αναμέτρηση του ήρωά σου με στιγμές, με αναμνήσεις. Με παρουσίες και αποχωρήσεις από τη ζωή του. Μού αρέσουν αυτά τα θέματα, Χάρη, ίσως να το έχεις καταλάβει. Είναι μάλλον η έρπουσα αύρα θλίψης που επικάθεται στη διάθεσή μου. Η γραφή σου χαρακτηριστική, δοκιμασμένη, αγαπημένη.
    Πολύ όμορφο αγαπητέ φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ενθαρρυντικός όπως πάντα! Εκτιμώ πολύ το σχόλιο Γιάννη για το κείμενο, μιας και έρχεται μετά από μια περίοδο μακράς αποχής από το γράψιμο και ήταν μάλλον περισσότερο ενστικτώδες! Όσο για τη διάθεση, ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και το φθινόπωρο που έρχεται, πλησιάζει! Όπως και να ΄χει, σε ευχαριστώ!

      Διαγραφή
    2. Η αποχή είναι πρόσκαιρη και δικαιολογημένη από όμορφα πράγματα. Χάρη, σε περιμένουμε δριμύ και το ξέρεις. Εμείς σε ευχαριστούμε φίλτατε.

      Διαγραφή
    3. Το διάβασα πάλι ναι! Με περισσότερη συγκίνηση αυτή τη φορά, φίλε μου. Με πιο δυνατές τις εικόνες. Ένας ακόμα λόγος να φωνάξω δυνατά "Μάς λείπεις Χάρη!"
      Μ' ακούς;

      Διαγραφή
    4. Αν σε ακούω; Πεντακάθαρα αγαπητέ μου φίλε και αυτό με στεναχωρεί ακόμη περισσότερο! Γιατί κι εμένα μου λείπετε πολύ! Θα φτιάξει όμως! Μέχρι τότε έχεις την απέραντη εκτίμηση και ευγνωμοσύνη μου!

      Διαγραφή
    5. Δεν είναι σκοπός μου να σε πιέσω, Χάρη. Απλά να σου θυμίζω πράγματα και δημιουργία. Ευχαριστώ φίλε μου.

      Διαγραφή
  2. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Νομίζω ότι κάπου σε μια καρέκλα δίπλα στον ήρωα σου, είδα τον εαυτό μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι όμορφο αυτό που λες.. Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται το "όμορφο" για το θέμα! Σ' ευχαριστώ πραγματικά!

      Διαγραφή
  3. Ακόμη μια φορά που με συγκίνησες... Πραγματικά ακόμη μια φορά η γραφή σου φοβερή.. καταπληκτική... 👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻♥️

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. To ευχαριστώ είναι λίγο και για τα όμορφα λόγια και για το ενδιαφέρον! Το εκτιμώ απεριόριστα να το ξέρεις!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Η Θεωρία της Σελίδας 99: Το απόλυτο test drive για το επόμενο βιβλίο σου

Εξώφυλλο, οπισθόφυλλο ή κάτι άλλο;   Με ποιο κριτήριο αποφασίζουμε ποια θα είναι η επόμενη αγορά μας σε βιβλία; Πώς μπορεί ο αναγνώστης να σταθεί απέναντι σε ατέλειωτα ράφια -ή πάγκους εκθέσεων- και να αναζητήσει ανάμεσα σε χιλιάδες τίτλους αυτόν που θα του κάνει το κλικ; Ένα κριτήριο για πολλούς είναι το εξώφυλλο και δεν τους αδικώ. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις άλλωστε τη διαδικασία του αποκλεισμού. Βέβαια, το εξώφυλλο είναι κάτι στο οποίο ο συγγραφέας συναινεί, αλλά δεν επιμελείται ενεργά. Μας λέει πολλά για το είδος, αλλά λίγα για την ίδια την ποιότητα του έργου. Επόμενος σταθμός: το οπισθόφυλλο. Εκεί -αν είμαστε τυχεροί- θα βρούμε το «ζουμί» της υπόθεσης. Είναι όμως κάτι σαν το τρέιλερ των ταινιών. Πόσες φορές ένα τρέιλερ μας παραπλάνησε, επειδή η ταινία δεν είχε τίποτα παραπάνω από τις επιλεγμένες σκηνές που είχαμε ήδη δει; Επιπλέον, το οπισθόφυλλο, παρότι συνήθως δουλειά του συγγραφέως, περνάει από κόσκινο από το marketing της εκδοτικής. Οπότε τελικά τι κάνεις;  Ο Ford...