Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Απουσίες

Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης


Είναι καλοκαίρι και αν και βράδυ, η ζέστη είναι αφόρητη. Εγώ όμως εκεί, πάλι στο μπαλκόνι. To ‘χω πείσμα κι ας δουλεύει μέσα ο κλιματισμός στο φουλ ∙ θα δροσίσουν τα ντουβάρια. Εδώ έξω, ένας ανεμιστήρας μισιακός με δυο μόνο πτερύγια μου κάνει αέρα, ή με κοροϊδεύει… Δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Τον αφήνω όμως να δουλεύει, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που θα τα φτύσει για να δούμε ποιος από τους δυο μας γελάει καλύτερα. Αλλά δεν ήθελα να πω για τον ανεμιστήρα, ούτε για το κλιματιστικό. Κάτι άλλο ήταν μα το ξέχασα.  

Ανάθεμα! 

Πάλι σύρθηκε το χέρι μου σε αυτά τα αναθεματισμένα σουπλά. Σίγουρα θα αφήσει κοκκινίλα. Ξέρεις, είναι απ’ αυτά που είναι πια πολύ της μόδας, τα μπόχο, ευχάριστα στο μάτι-τραχιά στην υφή. Κάτι τέτοιες στιγμές νοσταλγώ τα πλαστικά τραπεζομάντιλα της μάνας μου, κι ας έκαναν τα χέρια μου να ιδρώνουν και να γλιστράνε αντίστοιχες νύχτες. Αλλά πάλι αφαιρέθηκα. Ούτε για διακόσμηση είχα όρεξη να μιλήσω.

Για μια στιγμή… Είχα όντως όρεξη;

Κοιτάζω γύρω μου. Λαπ τοπ, τσιγάρα, κι άλλα μπόχο διακοσμητικά… Και μία μπίρα. Σχεδίαζα να πιω. Προφανώς όχι για να ξεχάσω, ειδάλλως θα είχα φέρει κάτι πιο δυνατό. Αλλά γιατί; Ποτέ δεν ήμουν λάτρης της ξανθιάς ή της μαύρης καλοκαιρινής θεάς. Άλλα στοιχεία δεν εντοπίζω στον χώρο και μάλλον θα ξεκινήσω την πόση και θα το βρω στην πορεία. Στο “κλακ” αυτό το χαρακτηριστικό, που ακολουθείτε από ένα ανεπαίσθητο άφρισμα στο εσωτερικό του αλουμινένιου κουτιού, νιώθω ήδη μια ηρεμία να με κατακλύζει. Στην πρώτη γουλιά θυμάμαι γιατί δεν πίνω μπίρα. Ρουφάω ωστόσο και μία ακόμη και βιάζομαι ν’ ανάψω τσιγάρο. Ούτε και αυτή η γεύση μου αρέσει, αλλά το κάνω. Αναπτήρας, φλόγα, άρπαγμα, ρούφηγμα, εκπνοή. Κι έπειτα το σώμα χάνει τη ποζάτη στάση. Η ράχη κυρτώνει, τα χέρια κρεμάνε λίγο παραπάνω, οι ώμοι πέφτουν προς τα μπρος και ο λαιμός βυθίζεται ελαφρώς και χάνει λίγο από το ύψος του. Κι άξαφνα θυμάμαι για ποιον λόγο έβγαλα τη μπίρα, αυτή που έστεκε μήνες στο ψυγείο ανέγγιχτη. 

Θυμάμαι για ποιον ή με ποιον σκόπευα να την πιω. 

Δεν ξέρω γιατί, ούτε από πού ορμώμενος, όμως σήμερα ήθελα να τα πιω παρέα με τις απουσίες μου. Να τις καθίσω όλες στο τραπέζι γύρω-γύρω – τζάμπα το πήρα μεγάλο;- σαν μάζωξη. Και δεν μπορώ να πω πως είναι ακατάδεκτοι οι καλεσμένοι μου. Αντιθέτως, πολύ σύντομα κάνουν την εμφάνισή τους ένας-ένας και στέκονται απέναντί μου. Φιγούρες πολλές, άλλες κρυστάλλινες, καθάριες σαν το νερό, κι άλλες θαμπές, ξεθωριασμένες, λασπωμένες απ’ το πέρασμα του χρόνου. Κάποιες τις κοιτώ με στοργή, άλλες με μια παγωμάρα από αυτή που σε κάνει να μουδιάζεις. Αν δεν ήξερα καλύτερα, θα έλεγα πως ο ανεμιστήρας βρήκε το κέφι και το μπρίο του αλλά δεν είναι αυτό. Όχι. Μέσα στο μικρό πλήθος, υπάρχουν και κάποιες που τις κοιτώ με πίκρα. Κι αυτό όμως δεν είμαι σίγουρος πως το νιώθω πραγματικά. Μπορεί να είναι η ανάμνηση του συναισθήματος που δεν έχει σβήσει ακόμη και παρεμβάλλεται σαν ηχητικό παράσιτο που σε αποσπά και σε αποσυντονίζει. 

Επιχειρώ να τις βάλω σε ομάδες, να τις χωρίσω, όπως κάνουμε στις γαμήλιες δεξιώσεις. Βάζουμε μαζί αυτούς που μάλλον κάτι κοινό μοιράζονται για να μη βαρεθούν όλη τη νύχτα. Έτσι κι εγώ. Στα δεξιά -συνειρμικά- καθίζω αυτούς που έφυγαν οριστικά. Αριστερά τις προσωρινές απουσίες, τις δικαιολογημένες τρόπον τινά, που ακόμη δεν έχουν ξεπεράσει το όριο για να μείνουν μετεξεταστέες. Και απέναντι… Απέναντι είναι αυτοί που έφυγαν προς ώρας και κατέληξαν να είναι πιο απόντες και από τους πρώτους. 

Στρέφομαι πρώτα αριστερά, σε αυτούς που κινδυνεύουνε να μείνουνε στην τάξη αλλά χαμογελάνε συγκρατημένα πίσω από την ασπίδα μιας πρόσκαιρης βεβαιότητας. Εκνευρίζομαι λίγο στην όψη τους, φουντώνω, αλλά το ξανασκέφτομαι και γελάω. Μαζί τους; Μπα. Μαζί μου περισσότερο. Είμαι σίγουρος πως σε πολλά αντίστοιχα τραπέζια άλλων, θα ήμουν κι εγώ σε εκείνες τις θέσεις. Με βλέπουν και, σαν αυτό να περίμεναν, ξεκινάνε όλες μαζί μια ακατανόητη βαβούρα. “Πού χρόνος; Ξέρεις πώς είναι”. “Τα παιδιά”, “οι δουλειές”, “οι υποχρεώσεις”… Τα ξέρω, τα έχω πει και τα βαριέμαι. Σηκώνω το κουτάκι της μπίρας προς το μέρος τους. Πίνουν και αυτοί και η οχλοβοή κοπάζει. 

Δόξα τω Θεώ. 

Παίρνω μιαν ανάσα και σηκώνω το βλέμμα στους απέναντι -τα εύκολα τα άφησα για το τέλος. Δεν ξέρω ποιον εαυτό να υιοθετήσω απέναντι σε αυτούς τους εκούσιους απόντες. Τον χαλαρό; Τον άνετο; Τον άλλο τον πιο κυνικό που μπορεί και να σηκώσει λίγο το φρύδι; Τον θλιμμένο; Ψέματα. Αυτόν τον τελευταίο δεν μπορώ. Τον έχω αποβάλλει εδώ και καιρό και πλέον μου μοιάζει ανοίκειος. Κι όμως, είναι κάτι που σκιρτά μέσα μου καθώς το βλέμμα μου διαβάζει τα πρόσωπα απέναντί μου. Λες κι έχω καταπιεί ένα μάτσο καρφίτσες και τις νιώθω να κινούνται με κάθε δική μου κίνηση. Πονάω; Εγώ ή ο εγωισμός μου; Παγώνω στη θέση μου όπως και να ‘χει για να σταματήσω το αίσθημα και περιμένω. Αλλά αυτή η ομάδα, σε αντίθεση με την προηγούμενη, δεν έχει τίποτα να πει. Τώρα που τους παρατηρώ, ίσως να διακρίνω και μια κούραση στο βλέμμα μερικών. Λες και τους αγγάρεψα να έρθουν, ενώ είχαν καλύτερα πράγματα να κάνουν. Αυτή η σκέψη με θυμώνει. Εγώ θα τις χωνέψω τις καρφίτσες μου! 

Αυτό μου το υπόσχομαι. 

Παίρνω τη μπίρα στο χέρι αποφασισμένος να ξεπλύνω και τα σωθικά αλλά και τον εγωισμό μου για παν ενδεχόμενο. Τη σηκώνω. Κάνουν το ίδιο και αυτοί, ανόρεχτα όπως κι εγώ άλλωστε. Ή μπορεί αυτό να ήθελα να διαβάσω για να καθησυχαστώ. Γιατί το σκέφτηκα όμως τώρα αυτό; Ανάθεμα! Αλλά πάντα τέτοιος ήμουν. Σε κάθε τρικλοποδιά διακρίνω το δικό μου πόδι. Βουλιάζω λίγο παραπάνω στη θέση μου. Αφήνω το κεφάλι να πέσει και το βλέμμα να χαμηλώσει στα πλακάκια. Κάποια στιγμή είχα πει πως θα τα αλλάξω και αυτά…

Για κάποιο λόγο νιώθω ηττημένος. Δεν θέλω να ξανασηκώσω το κεφάλι. Κακώς τους κάλεσα όλους αυτούς εδώ πέρα βραδιάτικα. Αυτή τη φορά δεν αφαιρέθηκα. Ήταν συνειδητή επιλογή να αποτραβηχτώ στα ενδότερα, στη δική μου ήσυχη γωνιά μέσα μου. Και να που από οικοδεσπότης έγινα ένας από αυτούς τους καλεσμένους που τους έσυραν με το ζόρι σε μια πληκτική – ή και δυσάρεστη ακόμη- κοινωνική υποχρέωση. Ώσπου κάτι με τραβά από το λήθαργό μου. Μια ζεστασιά. Όχι αυτή που σε κάνει να ιδρώνεις, να κολλάς και να αναθεματίζεις. Άλλου τύπου. Ξεκινά από το χέρι μου, σέρνεται γλυκά μέχρι το στήθος και τρυπώνει εκεί. Στρέφω το κεφάλι δεξιά και τη βλέπω. Λεπτά, κουρασμένα δάχτυλα έχουν τυλίξει στοργικά τον καρπό μου. Δεν είναι κρύα και άκαμπτα όπως την τελευταία φορά… Σηκώνω το βλέμμα παραπάνω ψάχνοντας εκείνα τα δυο μικρά ρυτιδωμένα μάτια που έκλαιγαν εύκολα και γελούσαν ακόμη πιο εύκολα. 

Είναι εκεί!

 Γέρνω λίγο να δω πίσω της τους υπόλοιπους αυτής της πτέρυγας, μα σύντομα γυρίζω στο πρόσωπό της. “Τι σε βαραίνει;” με ρωτά. “Το σκίτσο που δεν σου ‘κανα όταν το ζήτησες”. Οι λέξεις βγαίνουν αβίαστα από τα χείλη μου. Απρογραμμάτιστα. “Ο γάμος που δεν έκανα λίγο νωρίτερα, το παιδί…”. Αυτή κουνάει το κεφάλι αρνητικά. Τα μάτια της σπιθίζουν αν και το χρώμα έχει ξεφτίσει από τα χρόνια της και τείνει να μοιάσει λίγο περισσότερο στο ασπράδι. “Σήμερα”, μου εξηγεί. “Οι απουσίες” παραδέχομαι. Της εξηγώ στα γρήγορα αν και δεν χρειάζεται. Αποκύημα του μυαλού μου είναι και αυτή ∙ τα ξέρει. Παρόλα αυτά, της εξηγώ κι εκείνη με ακούει. Όταν τελειώνω, σταυρώνει τα χέρια πάνω στη μαύρη ποδιά – ή μπλε σκούρη, δεν είμαι σίγουρος- που έχει τρύπα στην τσέπη για τα κέρματα, εκείνα που της έκλεβα μικρός. Στην παύση της διστάζω. Κοιτάζω γύρω για βοήθεια και έκπληκτος συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει κανένας άλλος στον χώρο. Γυρίζω πάλι σε εκείνη. Ούτε και αυτή είναι εκεί που την άφησα. 

Άλλη μια απουσία…

Πιάνω την μπίρα και την αδειάζω. Σβήνω την καύτρα από το τσιγάρο και ετοιμάζομαι να μπω μέσα. Δεν πήγε όπως τη σχεδίαζα η νύχτα. Πριν κλείσω το φως του μπαλκονιού, ακούω ξανά τη φωνή της. “Να τους συγχωρήσεις αυτούς που έφυγαν. Όλους να μας συγχωρήσεις”. 

Μένω μετέωρος με το ένα πόδι στο πλακάκι που θέλω να αλλάξω κάποια στιγμή, και το άλλο σε αυτό του σαλονιού που δεν με ενόχλησε ποτέ αρκετά ώστε να ασχοληθώ μαζί του. Σκέφτομαι αυτό που μου είπε. Μου παίρνει μερικά λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσω πως δεν μπορώ να πάρω μιαν απόφαση. 

Το βράδυ στο κρεβάτι το σκέφτομαι ακόμη. Κάνω πράξεις αριθμητικές, χωρίζω τις απουσίες μου και πάλι σε ομάδες, σε αυτούς που συγχώρησα και στους άλλους, που είμαι πολύ εγωιστής για να το κάνω ακόμη. Γιατί ηθελημένα ή άθελά τους, όλοι τους κάτι πήραν μαζί τους φεύγοντας και η ετυμηγορία για τον καθένα κρίθηκε από το βάρος του αδικήματος. Και κάτι έδωσαν, όμως. Κάτι θα πήρα κι εγώ. Όχι; Μπορεί, αλλά σήμερα δεν έχω διάθεση να δικαιολογήσω κανέναν. Σήμερα ήπια τη μπίρα που δεν μου αρέσει, και κάπνισα τα τσιγάρα που δεν κάνω κέφι για μένα και μόνο. Ποιες απουσίες σου τσαμπουνάω τόση ώρα; Όλα για μένα έγιναν. Και ίσως για να ξαναδώ κι εκείνη, που τη φωνή της δυσκολεύομαι να φέρω στ’ αυτιά μου πλέον και μου έλειψε. Αυτή είναι συγχωρεμένη. Και για τους άλλους θα το αποδεχτώ κάποια στιγμή. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι όλοι οι ρόλοι γραμμένοι για να φτάσουν στην τελευταία σεζόν.

Ζεσταίνομαι, στριφογυρίζω στο κρεβάτι, ανακατεύω τα σεντόνια. Η πάλη όμως είναι σύντομη και σταματά απότομα. Καταλήγω ανάσκελα να κοιτάζω το ταβάνι απαυδισμένος. 

Μέσα σε όλα τα άλλα, ξέχασα να κλείσω τον ανεμιστήρα.    

Σχόλια

  1. Αναμέτρηση του ήρωά σου με στιγμές, με αναμνήσεις. Με παρουσίες και αποχωρήσεις από τη ζωή του. Μού αρέσουν αυτά τα θέματα, Χάρη, ίσως να το έχεις καταλάβει. Είναι μάλλον η έρπουσα αύρα θλίψης που επικάθεται στη διάθεσή μου. Η γραφή σου χαρακτηριστική, δοκιμασμένη, αγαπημένη.
    Πολύ όμορφο αγαπητέ φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ενθαρρυντικός όπως πάντα! Εκτιμώ πολύ το σχόλιο Γιάννη για το κείμενο, μιας και έρχεται μετά από μια περίοδο μακράς αποχής από το γράψιμο και ήταν μάλλον περισσότερο ενστικτώδες! Όσο για τη διάθεση, ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και το φθινόπωρο που έρχεται, πλησιάζει! Όπως και να ΄χει, σε ευχαριστώ!

      Διαγραφή
    2. Η αποχή είναι πρόσκαιρη και δικαιολογημένη από όμορφα πράγματα. Χάρη, σε περιμένουμε δριμύ και το ξέρεις. Εμείς σε ευχαριστούμε φίλτατε.

      Διαγραφή
    3. Το διάβασα πάλι ναι! Με περισσότερη συγκίνηση αυτή τη φορά, φίλε μου. Με πιο δυνατές τις εικόνες. Ένας ακόμα λόγος να φωνάξω δυνατά "Μάς λείπεις Χάρη!"
      Μ' ακούς;

      Διαγραφή
    4. Αν σε ακούω; Πεντακάθαρα αγαπητέ μου φίλε και αυτό με στεναχωρεί ακόμη περισσότερο! Γιατί κι εμένα μου λείπετε πολύ! Θα φτιάξει όμως! Μέχρι τότε έχεις την απέραντη εκτίμηση και ευγνωμοσύνη μου!

      Διαγραφή
    5. Δεν είναι σκοπός μου να σε πιέσω, Χάρη. Απλά να σου θυμίζω πράγματα και δημιουργία. Ευχαριστώ φίλε μου.

      Διαγραφή
  2. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Νομίζω ότι κάπου σε μια καρέκλα δίπλα στον ήρωα σου, είδα τον εαυτό μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι όμορφο αυτό που λες.. Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται το "όμορφο" για το θέμα! Σ' ευχαριστώ πραγματικά!

      Διαγραφή
  3. Ακόμη μια φορά που με συγκίνησες... Πραγματικά ακόμη μια φορά η γραφή σου φοβερή.. καταπληκτική... 👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻👏🏻♥️

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. To ευχαριστώ είναι λίγο και για τα όμορφα λόγια και για το ενδιαφέρον! Το εκτιμώ απεριόριστα να το ξέρεις!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...