Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Εγώ είμαι!

 


Πότε ακριβώς χάθηκε η αγάπη για τον εαυτό μας;

Μια άκρως εγωιστική ερώτηση απευθυνόμενη σε μια κοινωνία που κλείνει μάτια και αυτιά στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων και εστιάζει στις υλικές. Περισσότερα χρήματα, καλύτερη δουλειά, καλύτερο σπίτι, καλύτερο αμάξι, καλύτερη εξωτερική εμφάνιση. Και η ψυχή πού είναι σε όλα αυτά;

Κλείνεσαι στον εαυτό σου, τρώγεσαι με τις σάρκες σου και όταν πλέον δεν έχεις κάτι άλλο να φας, ανεβάζεις μια φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα με ένα τεράστιο χαμόγελο, φίλτρα που καλύπτουν τα σημάδια που προδίδουν πως κάτι δεν πάει καλά και ένα τσιτάτο για να δείξεις πως το IQ σου είναι πάνω του μέσου όρου και ας μην καταλαβαίνεις ακριβώς την σημασία του.

Μετράς τις αντιδράσεις και τα σχόλια που σου κάνουν και νοιώθεις πως κάποιος είσαι και φουσκώνεις από μια περηφάνια που δεν σου αξίζει, γιατί αυτός στην φωτογραφία και την λεζάντα δεν είσαι εσύ. Και όμως τρέφεσαι από αυτή την αποδοχή, μέχρι την επόμενη φορά που θα έρθεις αντιμέτωπος με εσένα και όσα σε προβληματίζουν .

Ένας φαύλος κύκλος ματαιοδοξίας , ναρκισσισμού και απόγνωσης που όμως με το μόνο που σε αφήνει στο τέλος είναι ένα κενό στην ψυχή. Γιατί μπορεί να μην απεικονίζεται στις εξετάσεις η ψυχή, αλλά είναι εκεί να μας θυμίζει πως είμαστε τρωτοί.

Ναι καλά άκουσες. Δεν είναι η σάρκα που φθείρεται αυτή που μας προδίδει, αλλά η ψυχή μας.

Και επανέρχομαι στον αρχικό προβληματισμό μου. Πότε ακριβώς χάθηκε η αγάπη για τον εαυτό μας; Τον αγαπήσαμε ποτέ ή περιμέναμε τους άλλους να το κάνουν για να τον αγαπήσουμε μέσα από τα δικά τους μάτια;

Όλοι οι ψυχολόγοι ξεκινάνε από την παιδική ηλικία ψάχνοντας την άκρη του νήματος. Δίκιο έχουν. Ένα παιδί που δεν έχει δεχτεί αγάπη πώς θα αγαπήσει; Όμως υπάρχουν πολλά παιδιά που έχουν κυριολεκτικά πνιγεί από αγάπη και στο τέλος μπούχτισαν. Δεν θέλησαν άλλη, την έβγαλαν από την ζωή τους γιατί την ταύτισαν με την απώλεια ελευθερίας.

Έτσι βρεθήκαμε σε έναν κόσμο που φοβάται μην χάσει την ελευθερία του και καθημερινά την θυσιάζει για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Ειρωνικό, ε;

Το «σ’ αγαπώ» βγαίνει πολύ εύκολα από τα χείλη μας. Πόσες φορες όμως το εννοούμε; Μήπως για αυτό έχει χάσει την αξία του και ψάχνουμε πιο βαρύγδουπες δηλώσεις λατρείας;

Πώς μπορείς να αγαπάς τον άλλο και να μην αγαπάς τον εαυτό σου;

Κάπου εδώ αρχίζουν τα δικά μου τσιτάτα. Αυτά τα ωραία για να σας δείξω πόσο έξυπνη είμαι και να με αγαπήσετε όσο εγώ δεν αγαπώ τον εαυτό μου.

Αγαπώ τον εαυτό μου και τις ατέλειες μου. Με πιστεύετε;

Εγώ είμαι, που κρύβομαι πίσω από φαρδιά ρούχα για να κρύψω τα κιλά μου. 

Εγώ είμαι, που πιστεύω πως είμαι η καλύτερη συγγραφέας του κόσμου, αλλά δεν τολμώ να στείλω τα γραπτά μου σε έναν εκδοτικό, από φόβο μήπως αποδειχτεί πως τελικά δεν είμαι τόσο καλή όσο πιστεύω. 

Εγώ είμαι, που κάθε φορά που μου λένε πόσο δυνατή είμαι, δαγκώνω τα χείλη μου για να μην ουρλιάξω πως δεν είμαι και χαμογελώ συγκαταβατικά. 

Εγώ είμαι, που η μόνη επιτυχία της ζωής μου είναι πως είμαι ακόμα ζωντανή και σας ζαλίζω, χωρίς όμως και πάλι να έχω κάνει κάτι για αυτό. Απλά έτυχε.

Και αλλάζω την ερώτηση. Πότε ακριβώς σταμάτησα να αγαπώ τον εαυτό μου; Ή να το θέσω σε άλλη βάση: 

Με αγάπησα ποτέ;


Σχόλια

  1. Εγώ πάλι τι να πω, που η Αγλαΐα που ξέρω και έχω στην καρδιά μου, βγάζει τόσο όμορφα την όμορφη ψυχή της και τις σκέψεις της; Εξαιρετικό και τόσο μα τόσο αληθινό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τόσα ερωτήματα που πολλές εκεί έξω κάνουμε. Δεν είμαστε τέλειες, είναι σίγουρο. Αλλά είμαστε το τέλειο στη ζωή κάποιον. Ας κρατήσουμε αυτό, τι λες, αγαπημένη μου φίλη;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Να είμαστε ο εαυτός μας και ας μην αρέσουμε σε όλους. Το αντέχουμε αυτό; Θέλει δουλειά με το μέσα μας, πολύ δουλειά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μού αρέσει και με γοήτευσε, αγαπημένη μας φίλη, που άνοιξες ευρέως την καρδιά σου για να "εκθέσεις" ενώπιόν μας τα συναισθήματά σου. Αγλαΐα μου δεν έχεις άδικο. Το "φαίνεσθαι" είναι εκείνο που αποτελεί την ηγεμονεύουσα "αξία" αυτής της κοινωνικής αγοραίας αντίληψης. Το "είναι", πόσο μάλλον το πνευματικό "είναι" τίθεται στα αζήτητα. Έτσι περισσεύει η αλαζονεία, η ματαιοδοξία, η μισανθρωπιά.
    Η αγάπη προς τον εαυτό μας, που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον εγωισμό, προϋποθέτει αυτογνωσία και διάθεση αυτοσαρκασμού.
    Χάρηκα για τις συγκροτημένες σκέψεις σου, καλή μου φίλη και τις ακολουθώ, να το ξέρεις.
    Καλό μήνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πόσο όμορφο μοίρασμα ψυχής και σκέψεων; Πόσες απορίες και προβληματισμοί σε μια μόνο ανάγνωση; Και πόσες φορές κούνησα το κεφάλι με συγκατάβαση; Μια μόνο απάντηση! Πολλές!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ευτυχώς αυτοί οι προβληματισμοί, δείχνουν πως και εδώ είσαι ακόμη και την πρόθεση έχεις να σε αγαπήσεις. Και καμιά φορά αυτό είναι αρκετό. Μια καλή αρχή. Δεν ξέρω πότε πάψαμε να μας αγαπάμε Αγλαΐα, αλλά κάθε μέρα είναι μια καλή μέρα για να ξεκινήσουμε ξανά! Πολύ όμορφο κείμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...