Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Επιλογές

 



Πώς αλλάζει ο άνθρωπος με την πάροδο των χρόνων έτσι βρε παιδιά;

Για κάποιον άγνωστο λόγο, οι μνήμες μου από τα παιδικά μου χρόνια είναι λίγες. Ακόμα και από το σχολείο. Αν ρωτήσω κάποιον ψυχολόγο για αυτό, φαντάζομαι πως θα μου πει πως εχω κάποιο παιδικό τραύμα που μπλοκάρει τις αναμνήσεις μου. Ίσως! Πού να θυμάμαι τώρα; Έχουν περάσει και τόσα χρόνια… Σςςς! Είναι πολλά…

Θυμάμαι όμως κάποια αποσπάσματα που με συγκινούν και άλλα που με κάνουν να νοιώθω τύψεις για την στάση μου απέναντι σε ανθρώπους που αδίκησα. Τα δεύτερα είναι τα πιο δύσκολα διαχειρίσιμα γιατί πλέον αυτοί  δεν είναι εν ζωή και αυτό το «αν είχα κάνει κάτι διαφορετικά», μοιάζει με αγκάθι που έχει μπει πολύ βαθιά και έχει γίνει πια ένα με το δέρμα μου.

Όμως είναι και αυτοί οι άνθρωποι που τους θυμάμαι. Τους αγκάλιασα με αγάπη και με αγκάλιασαν και αυτοί. Έγιναν φίλοι, οικογένεια… Και κάπου στην πορεία κάτι έγινε. Όχι, δεν τσακώθηκα μαζί τους. Όμως είδα πράγματα που δεν μου άρεσαν στην συμπεριφορά τους και τα έβαλα με τον εαυτό μου που τους εμπιστεύτηκα τόσο εύκολα.

Έδωσα όμως και δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες και ας κατέληξα στο ίδιο συμπέρασμα. Ένα συμπέρασμα που από την δική μου πλευρά έμοιαζε ξεκάθαρο. Δεν είχα αλλάξει συμπεριφορά εγώ, αλλά εκείνοι. Ήταν όντως έτσι όμως; Μήπως τελικά εχω αλλάξει εγώ; Μήπως απλά δεν δέχομαι να κάνω συμβιβασμούς και εκπτώσεις στις σχέσεις μου;

Και λες, δεν πειράζει! Λίγοι και καλοί! Δεν χρειάζεσαι πολλούς ανθρώπους γύρω σου για να είσαι ευτυχισμένος. Όμως ανοίγεις κάποια στιγμή το άλμπουμ με τις αναμνήσεις σου και μετράς απουσίες και αυτό είναι πάντα δύσκολο. Ακόμα και αν κάποιες από αυτές τις επέλεξες εσύ. Γιατί για εκείνο το διάστημα, αυτοί οι άνθρωποι, ήταν κομμάτι σου και αυτό το κομμάτι πάντα θα λείπει.

Ήμουν τυχερή όμως. Μπόρεσα να κάνω νωρίς στην ζωή μου αυτό τον απολογισμό. Και ξέρετε κάτι; Οι άνθρωποι που απομακρύνθηκαν είτε μόνοι τους, είτε επειδή το επέλεξα εγώ, ήταν σαν τα μαθήματα που παίρνουμε από τα λάθη μας. Έφτιαξαν αυτό που είμαι σήμερα και τελικά αυτό δεν είναι και τόσο κακό.

Θα συνεχίσω να εμπιστεύομαι και να δίνω ευκαιρίες και ας πληγώνομαι στο τέλος. Γιατί αυτό με κάνει άνθρωπο με συναισθήματα.

Και θα προσεύχομαι για αυτούς που δεν έχουν την δυνατότητα να νοιώθουν. Όχι επειδή δεν ζουν πια, αλλά επειδή η ψυχή τους είναι βαριά από κακίες και αδικίες. Δεν πρέπει να τους θυμώνουμε, αλλά να τους λυπόμαστε που σε μια ζωή που θα μπορούσαν να είναι χαρούμενοι, επέλεξαν τον λάθος δρόμο.

Επιλογές είναι η ζωή μας. Σταυροδρόμια από την μέρα που γεννιόμαστε που δημιουργούν ένα λαβύρινθο. Αν θα καταφέρουμε να βρούμε την έξοδο από αυτόν … άγνωστο!  Θα φανεί στο τελευταίο χειροκρότημα. Όταν η αυλαία θα πέσει και θα ζυγίσουμε την ψυχή μας για να δούμε πόσα θα πάρουμε μαζί μας.

Για αυτό και εγώ θα συνεχίσω να χαμογελάω, θα συνεχίσω να απλώνω το χέρι και να δίνω ευκαιριες και πλέον τα σ’ αγαπώ μου θα φροντίσω να τα λέω όταν ακόμα μπορούν να τα ακούσουν και ελπίζω να μην πουν στο τέλος:

 «Πώς άλλαξε αυτή έτσι βρε παιδιά;»

 

 

Σχόλια

  1. Αγλαΐα μου, αγαπητή μας φίλη,
    μια τέτοια εξομολόγηση καρδιάς, δεν μπορεί να περάσει ως απλή ανάρτηση. Να ξέρεις, εκτιμώ πολύ και σέβομαι τους ανθρώπους, που έχουν τις αντοχές να ανοίγουν την καρδιά τους, να μοιράζονται πράγματα με τους άλλους και να μην φοβούνται να το κάνουν. Δείχνει μια εντιμότητα αυτό.
    Τα ερωτήματά σου, με κάνουν να έρθω ακόμα πιο κοντά στον ψυχικό σου κόσμο. Να σε νιώσω, να σε αφουγκραστώ. Και τούτο γιατί, πολλά από αυτά, τα έχω και εγώ.
    Να ξέρεις κάτι, ένα δίδαγμα σε όλους μας: Μην αναστέλλεις για αύριο μια αγκαλιά, που μπορεί να κάνεις σήμερα! Νόμος, κορίτσι μου! Και τούτο γιατί μόνο το σήμερα μετράει. Το "αύριο" είναι ερωτηματικό. Ποτέ δεν ξέρεις. Έχουν φύγει αγαπημένοι μας άνθρωποι χωρίς να τους αγκαλιάσουμε, αναβάλλοντας αυτήν την αγκαλιά για ένα "αύριο", που δεν ήρθε ποτέ! Τώρα λοιπόν! Κάθε συναίσθημα να το εκδηλώνεις τη στιγμή, που γεννιέται.
    Θέλω να συνεχίσεις να χαμογελάς, το αξίζεις, το έχεις κατακτήσει με τη στάση ζωής σου.
    Και πάλι σε ευχαριστούμε για αυτό σου το μοίρασμα καλή μας φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε αυτή τη ζωή και να
    µην πληγωθούµε.. Ισως κι γω να πλήγωσα άθελα μου κάποιους ανθρώπους..
    Όμως ποτέ δε γέλασα με τα δάκρυα τους..
    Τα προβλήματα μου τα κρατούσα για μενα,ποτε δε τα φόρτωσα σε άλλους
    Εχω πολλα παιδικά τραύματα (απ τα 16 κάτι έφυγα απ το σπίτι και δε ξαναγύρισα ποτές) που μου έχουν προτείνει να κανω ψυχοθεραπεία..
    Η ζωή είναι γεμάτη µε αδικίες

    Καλη Συνεχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εάν σας αρέσει ο Παύλος Σιδηρόπουλος ελάτε να διαβάσετε μια ανάλυση ενός τραγουδιού, πιστεύω πως θα σας αρέσει

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...