Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

ΈΝΑ ΤΑΓΚΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ (Διήγημα της Ελευθερίας Καλογνωμά)

 

                                                 

                                              



 

 

   Η καθημερινότητά του είχε γίνει ίδια κι απαράλλαχτη και το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν πως αυτή η καθημερινότητα ήταν ακριβώς έτσι και για όλους τους υπόλοιπους. Τους γνωστούς και τους ξένους. Τους γείτονες, τους συνεργάτες, τους φίλους, τους συγγενείς. Μαύρα τα νέα στην τηλεόραση και τι σημασία είχε αν η μέρα έξω ήταν ανοιξιάτικη; Τίποτα δεν άνθιζε πια στις ψυχές των ανθρώπων. «Μένουμε σπίτι», φώναζαν και τραγουδούσαν οι πάντες στο διαδίκτυο, σαν να ήταν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, σαν να μην απαιτούσε σκληρή προσπάθεια το να σταματήσεις ξαφνικά να ζεις και να περιοριστείς σε λίγα τετραγωνικά. Άπαντες διασκέδαζαν τον πόνο τους, χωμένοι και χαμένοι στον παγκόσμιο Ιστό που τους είχε πιάσει για τα καλά στα δίχτυα του, είχε γίνει ξαφνικά όλος ο κόσμος τους κι όχι απλά ένα κομμάτι του, τους πρόσφερε χαμόγελα που χρειάζονταν και προβληματισμούς που δεν ήθελαν. Διασημότητες και μη, προσπαθούσαν πίσω και μπροστά από τις οθόνες να πείσουν τους εαυτούς τους και τους άλλους πως αυτή ήταν η λύση. Κρατάς το κακό έξω από την πόρτα σου και κλείνεις τ' αυτιά σου όταν αυτό τη χτυπά επίμονα.

  Ο Μάσιμο είχε ολοκληρώσει την καθημερινή ρουτίνα της καραντίνας του. Είχε πάρει πρωινό, είχε κάνει γυμναστική, είχε ανεβάσει ένα στόρι στο Instagram, όπου έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε σε μια αγάπη που δεν υπήρχε πια στην ζωή του και είχε τηλεφωνηθεί με τη μητέρα του. 'Έφτιαξε έναν καφέ και βγήκε στο μικρό μπαλκονάκι του διαμερίσματός του. Η μέρα ήταν υπέροχη, χρώματα κι αρώματα της άνοιξης έκαναν το μυαλό και το σώμα του να ουρλιάζουν για μια βόλτα, για λίγο ήλιο. Η άνοιξη είχε έρθει και πάλι αλλά περπατούσε μόνη και βαριεστημένη σε στενά, λεωφόρους, πλατείες και μνημεία. Ο Μάσιμο μετάνιωνε που δεν είχε σκύλο ώστε να έχει την αφορμή να βγει για λίγο, να κάνει έστω τον γύρο του τετραγώνου, να ξεδιπλώσει τα δυνατά του πόδια και τη νεανική του ψυχή έξω από τα κάγκελα μιας απομόνωσης που ήταν ακούσια εκούσια. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στα απέναντι μπαλκόνια, μιας και στον δρόμο δεν υπήρχε τίποτα και κανείς για να παρατηρήσει. Και τότε την είδε...

  Το μπαλκόνι της ήταν έναν όροφο πιο χαμηλά από το δικό του και ακριβώς απέναντι. Δεν είχε δώσει ποτέ σημασία στους γείτονες, η ζωή του ήταν πάντα γεμάτη, δεν είχε λόγο να ασχοληθεί. Τώρα όμως ο κόσμος του είχε γίνει μικρόκοσμος κι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να εστιάζει σε ένα μόνο αντικείμενο, σαν φακός υψηλής ευκρίνειας. Ήταν περίπου στην ηλικία του, όχι πάνω από 25 και ήταν ο τύπος της γυναίκας που συνήθως δεν κοιτούσε. Μικροκαμωμένη, λεπτή σαν μίσχος τουλίπας, με μακριά καστανά μαλλιά, πιασμένα σε αλογοουρά. Φορούσε μια φόρμα και ένα μπλουζάκι σε φωτεινό κίτρινο. Ο Μάσιμο μισούσε το κίτρινο στα ρούχα, όμως εκείνη του θύμισε ήλιο σε σκοτεινό υπόγειο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της δεν ήταν πολύ ευδιάκριτα, όχι οι λεπτομέρειες τουλάχιστον από αυτή την απόσταση, όμως φαινόταν συμπαθητική. Τίποτα το εξαιρετικό και σε άλλη περίπτωση δε θα του τραβούσε την προσοχή, όμως αυτό που τον έκανε να συνεχίσει να την κοιτάζει ήταν η στάση του σώματός της. Στεκόταν στητή στη μέση του δωματίου που μάλλον ήταν το καθιστικό του σπιτιού, με το κορμί σε ευθεία γραμμή και τα χέρια σε τέτοια θέση που έμοιαζε σαν να τα ακουμπούσε στους ώμους ενός αόρατου καβαλιέρου. Κι όταν άρχισε ξαφνικά να ακούγεται μουσική, ο Μάσιμο κατάλαβε τι ακριβώς έκανε εκείνο το κορίτσι, χόρευε ταγκό! Κινούνταν στον ρυθμό του "I Bust Your Windows" που αντηχούσε δυνατά στο στενό, ακολουθώντας βήματα που ίσως είχε ήδη μάθει σε κάποια σχολή χορού και η έλλειψη αληθινού καβαλιέρου στην αρχή έμοιαζε αστεία, οι κινήσεις της ήταν διστακτικές και λίγο άχαρες, όμως σε λίγο αφέθηκε και σιγά σιγά τα βήματά της έγιναν πιο σίγουρα, στροβιλιζόταν και οι κινήσεις της έγιναν πιο κοφτές, πιο στακάτες. Ένα ταγκό στο στενό πλαίσιο μιας μπαλκονόπορτας, σαν κινούμενος πίνακας ζωγραφικής μέσα σε άχαρη κορνίζα, ένα κορίτσι που ίσως ονειρευόταν τα χέρια ενός εραστή ολόγυρά της κι ο Μάσιμο είχε μείνει να την κοιτάζει μαγεμένος, με τον καφέ να παγώνει μέσα στην κούπα που κρατούσε.

  Ξαφνικά, η κοπέλα έγειρε πίσω το κορμί της και τέντωσε το χέρι της, ο αόρατος παρτενέρ είχε γείρει επάνω της κι ίσως εκείνη να φανταζόταν πως τη φιλούσε παθιασμένα. Και τότε τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ίσιωσε το κορμί της απότομα παραπατώντας ελαφρά και κοκκίνισε. Ο Μάσιμο της χαμογέλασε, ελπίζοντας πως δε θα του έκλεινε το παράθυρο κατάμουτρα ή δε θα τραβούσε τις κουρτίνες. Έμειναν για λίγο να κοιτάζονται, η κοπέλα λαχανιασμένη και αμήχανη κι ο Μάσιμο χαμογελώντας διαρκώς. Της έγνεψε να συνεχίσει κι εκείνη έγειρε το κεφάλι ελαφρά με απορία. Για να την ενθαρρύνει, ο Μάσιμο άφησε τον καφέ του στο μικρό τραπεζάκι δίπλα του και τη μιμήθηκε, δείχνοντας έτοιμος να τη συνοδεύσει. Η κοπέλα χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της όμως ο Μάσιμο άρχισε να κάνει μικρά βήματα‧ δεν ήξερε ταγκό, απλά μιμούνταν τα δικά της, γνέφοντας της να του διδάξει από μακριά. Και το έκανε, δίνοντας στην καρδιά του έναν ρυθμό που είχε καιρό να νιώσει. Εκείνος είχε λιγότερο χώρο στο μπαλκόνι του και έκανε σχεδόν επιτόπου βήματα, όμως σύντομα συγχρονίστηκαν. Άτσαλα και αμήχανα, σαν δυο μαριονέτες που κάποιος πάνω από τον ουρανό της Φλωρεντίας κινούσε, ένας Θεός που είχε βαρεθεί να βλέπει ακίνητη την πλάση του και ήθελε απλά να διασκεδάσει. Το τραγούδι έσβησε κι ο Μάσιμο έγειρε το κορμί του μπροστά, ενώ η κοπέλα το δικό της πίσω, απόλυτα συγχρονισμένοι. Οι σκέψεις τους συναντήθηκαν, ένας σιωπηλός διάλογος υπό τους ήχους ενός ταγκό.

  «Πώς θα ήταν αν τη φιλούσα;»  

 «Πώς θα ήταν αν με φιλούσε;»

  Κάθε πρωί, όσο κράτησε αυτή η καραντίνα, συγχρονισμένοι στο σιωπηλό ραντεβού τους, εκείνη άνοιγε την μπαλκονόπορτα κι ο Μάσιμο έβγαινε στο μπαλκόνι. Αντί καλημέρας, χαμογελούσαν, έπαιρναν θέση και χόρευαν. Πάντα ταγκό. Πάντα το  ίδιο. "I Bust Your Windows" ομολογούσε η τραγουδίστρια κι οι δυο τους δεν ήθελαν να σπάσουν παράθυρα, αλλά τον κόσμο ολόκληρο, που τους κρατούσε ακόμα μακριά, έναν κόσμο πολύ σκληρό για τα νιάτα τους που δε χωρούσαν πια σ' ένα μικρό καθιστικό κι ένα ακόμη μικρότερο μπαλκόνι. Δεν είχαν ανταλλάξει λέξη, δεν ήθελαν να χαθεί στον δρόμο που τους χώριζε αυτή η μαγεία που μοιράζονταν. Ένα αόρατο σκοινί τεντωνόταν ανάμεσά τους κι εκείνοι ακροβατούσαν πάνω του, συναντιούνταν στη μέση και χόρευαν. Τις νύχτες κρυφοκοιτούσαν ο ένας το μπαλκόνι του άλλου και περίμεναν με αγωνία την ημέρα που η σκλαβιά τους θα έληγε και θα μάθαιναν επιτέλους τα ονόματά τους, ποιοι ήταν και τι έκαναν στη ζωή τους. Κι όταν αυτή η μέρα επιτέλους έφτασε, κανείς τους δεν εμφανίστηκε στο μπαλκόνι. Βρέθηκαν κι οι δυο ξαφνικά στον δρόμο που χώριζε τα σπίτια τους, ανάμεσα στον κόσμο που είχε ξεχυθεί ανυπόμονα για να ξαναπιάσει τη ζωή του από κει που την είχε αφήσει και στάθηκαν ο ένας μπροστά στον άλλον. Έμειναν για λίγο να κοιτάζονται, αποτυπώνοντας μέσα τους τα χαρακτηριστικά που τόσο καιρό περισσότερο μάντευαν παρά διέκριναν. Εκείνη είχε δυο τεράστια αμυγδαλωτά μάτια, του χαμογελούσε διστακτικά. Τώρα που ο Μάσιμο την έβλεπε πια από κοντά, όλα είχαν ξεχαστεί, η μοναξιά όλων των τελευταίων εβδομάδων, η απόγνωση. Ο κόσμος που είχε από καιρό σταθεί ακίνητος, τώρα έπαιρνε και πάλι μπροστά, αργά και σκουριασμένα. Ο δικός του κόσμος όμως, χρειαζόταν το πάτημα ενός διακόπτη κι αυτός... δεν ήταν παρά ένα ταγκό, έστω και χωρίς μουσική.

  Πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της και την τράβηξε κοντά του. Το άλλο του χέρι βρήκε το δικό της και πήραν θέση. Εκείνη τον κοιτούσε πιο έτοιμη από ποτέ‧ τώρα ο καβαλιέρος της ήταν αληθινός, είχε δυο κατάμαυρα μάτια, ένα μαγικό χαμόγελο και ένα ζεστό, δυνατό κορμί που παλλόταν κάτω από τα δάχτυλά της και την παρέσερνε σ' ένα ταγκό, εκεί στη μέση του δρόμου, που μόνο μια κατάληξη μπορούσε να έχει‧ αυτήν που λαχταρούσαν από την πρώτη μέρα, που είχε στοιχειώσει τις νύχτες τους και είχε φωτίσει τις σκοτεινές μέρες τους. Οι άνθρωποι τους προσπερνούσαν χαμογελώντας, κάποιοι είχαν σταθεί και τους κοιτούσαν βουρκωμένοι, έτοιμοι να χειροκροτήσουν. Έμοιαζαν σαν να χόρευαν από πάντα μαζί κι ας μην είχαν αγγίξει ο ένας τον άλλον ποτέ. Ο έρωτας δε χρειάζεται πρόβες, ξέρει πάντα τα βήματα. Βρίσκει τον ρυθμό του ακόμα και στα σκοτάδια, ακόμα κι όταν όλος ο κόσμος καταρρέει, συρρικνώνεται και γίνεται ένα μοναχικό ταγκό σ' ένα μπαλκόνι.

  Στην τελευταία στροφή, την έγειρε απαλά πίσω, κρατώντας τη γερά κι έφερε το πρόσωπό του πάνω από το δικό της, τα χείλη του μια ανάσα από τα δικά της.

   «Μάσιμο», της είπε.

   «Τζούλια», του απάντησε.

    Και τη φίλησε.

 

 

 

 

 

Σχόλια

  1. Τόσο ρομαντικό και γεμάτο εικόνες. Δεν μπορείς να ξεχάσεις τον τίτλο του!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπεροχο !!! Ολοζωντανο !!!!!! Εμαθα τανγκο !!!!!! Το εζησα μαζι τους !!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Έχω πολύ καιρό να διαβάσω ένα γλυκό, τρυφερό, αβίαστα ερωτικό διήγημα. Και το χάρηκα τόσο. Απλό και σύνθετο μαζί, όμορφο, ανθρώπινο. Πόσα λίγα χρειάζονται για να συντονιστούν δυο καρδιές τελικά. Και πόσες ανατροπές μπορεί να κάνει ο έρωτας.
    Όμορφη η γραφή σου, Ελευθερία μου, το ξέρουμε δα καλά και το απολαμβάνουμε πάντα. Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

«Επιμέλεια Βιβλίου και Συγγραφικά Όχι: Το όριο ανάμεσα στη διόρθωση και την αλλοίωση»

"Και τελικά, ποιον εμπιστεύεσαι; Το ένστικτο ή τον επαγγελματία;" Πριν από χρόνια, είχα μια συζήτηση με μια συγγραφέα η οποία, για κάποιο λόγο, μου εμπιστευόταν συχνά προσωπικά της θέματα. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, μου είπε πως παρέδωσε το έργο της σε έναν εκδοτικό οίκο, ο οποίος το έκανε δεκτό προς έκδοση. Χαρμόσυνο, σωστά; Μια ωραία είδηση, αν μη τι άλλο, τόσο για τον κόσμο του βιβλίου όσο και για την ίδια, που έβλεπε την αρχή του «ουράνιου τόξου», μιας και αυτό θα ήταν το πρώτο της βιβλίο. Λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον, αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν αυτό που κανείς από όσους γράφουμε θα επιθυμούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, το κομμάτι της επιμέλειας και -προς τιμήν του- ο εν λόγω εκδοτικός δεν έμεινε στην ορθογραφική και συντακτική διόρθωση. Ούτε «ξεπέταξε» στα γρήγορα ένα έργο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα συγχρηματοδοτούνταν από τη συγγραφέα, όπως είθισται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Προχώρησε πιο βαθιά, εντοπίζοντας σημεία που θεωρούσε προβληματικά, τα οποία ...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...