Άλλη μια Τετάρτη που θα περάσει σφηνωμένη
ανάμεσα σε πόρτες, για κλεφτές ρουφηξιές.
Δύο, τρεις...
Κι ο ήχος του τσιγάρου να σβήνει στο νερό.
Βλέμμα μουντό, σαν να κατάπιε τον ουρανό,
και βήμα βαρύ -λες και η γη σε τραβά πιο δυνατά σήμερα.
Όχι εγώ.
Εγώ κρατώ τις λιακάδες των ημερών που πέρασαν.
Πού πήγαν οι Τρίτες, αναρωτιέμαι; Όχι οι Δευτέρες.
Πού χάθηκαν οι Πέμπτες και οι Παρασκευές;
Τα Σάββατα που υπόσχονταν ανάπαυλα
κι οι Κυριακές με τις καμπάνες;
Πώς ξεμείναμε μονάχα με Τετάρτες;
Όχι εγώ.
Εγώ έχω όλη τη βδομάδα μπροστά μου ακόμη.
Σε είδα κι εσένα να προσπερνάς και να χάνεσαι.
Δεν κοιταζόμαστε· είναι κακοί τρόποι.
Απλά υπάρχουμε: μορφές στον πεζόδρομο, χωρίς σχήμα.
Όχι εγώ.
Εγώ πιάνω χώρο. Έχω όγκο.
Κι όμως, στα μάτια σου δεν υπάρχω.
Ίσως με δεις στον ύπνο σου κάποια βραδιά,
κι ούτε και τότε θα με ξέρεις -άλλος ένας άγνωστος,
περαστικός σε εικόνες που δεν μου ανήκουν.
Θα ήθελα να μην είμαι εγώ, μα δεν μπορώ.
Το μόνο παραμύθι που με ξέρει είναι το δικό μου.
Και σήμερα είναι Τετάρτη.
Και οι Τετάρτες δεν έχουν παραμύθια.
Μόνο δράκους.

Διαφορετικό και ταυτόχρονα τόσο εσύ!
ΑπάντησηΔιαγραφήΟι εμπνεύσεις της στιγμής είναι κομματάκι απρόβλεπτες! Το ξέρεις πολύ καλά αυτό!
ΔιαγραφήΜπράβο βρε φίλε! Σε χαίρομαι και σε ποιητικό ύφος και το λέω πραγματικά. Εξαιρετικό, ανθρώπινο, ζεστό και υπαρξιακό. Να το συνεχίσεις, Χάρη. Το έχεις!
ΑπάντησηΔιαγραφήΕσύ κάτι ξέρεις για να το λες, που καταπιάνεσαι με πολλά! Εγώ από ένστικτο ό,τι γράψω στο συγκεκριμένο είδος! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, φίλε!
Διαγραφή