Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

Ανθρώπινα Παιχνίδια

Μέρος 1ο


25 Ιουνίου 1987
Μια περίεργα κινούμενη φιγούρα έκανε την εμφάνιση της στα σκοτεινά σοκάκια της οδού Ντορκ. Κινιόταν με πολύ δυσκολία, κινήσεις κοφτές, σχεδόν μηχανικές, προσπαθούσε να τρέξει, να ξεφύγει από κάτι.
Ένα ζευγάρι που τύχαινε να περνάει από εκείνο το σημείο είδε την φιγούρα με τις αριστοτεχνικά τρομακτικές κινήσεις. Σταμάτησε φοβισμένο και κρύφτηκε πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών. Παρατηρούσε από μακριά την φιγούρα. Σκέφτηκαν πως έπρεπε να είναι γυναίκα, είχε ξανθά μαλλιά που όμως θα μπορούσε να είναι και περούκα.
Η φιγούρα εκείνη την στιγμή έβγαλε κάποιες φιμωμένες κραυγές πόνου, έκανε μερικά μετέωρα βήματα ακόμα και σωριάστηκε στο βρώμικο πεζοδρόμιο.
Το ζευγάρι συνέχιζε να παρακολουθεί έντρομο από την κρυψώνα του, δεν ήξεραν τι θα μπορούσαν να κάνουν. Βγήκαν δειλά και απλά έτρεξαν, είχαν αποφασίσει πως θα έκαναν ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στην αστυνομία.
10 Αυγούστου 1960
Ο μικρός Φράνσις Ρούιζ έτρεχε προς το σπίτι του, είχε λαχανιάσει όμως φοβόταν πάρα πολύ να σταματήσει το τρέξιμο. Το αίμα από το σχισμένο χέρι του έτρεχε ποτάμι, δεν μπορούσε να το συγκρατήσει με το χέρι του. Ο καταραμένος ο Τζακ Ρόνσον, ο πιο αχρείος νταής του σχολείου τον είχε παγιδέψει σε μια γωνία με τα τσιράκια του. Δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, εκτός του ότι είχαν μόλις εγκατασταθεί στην επαρχεία Κρέιν με τον πατέρα του, ο Φράνσις είχε και μια απαράμιλλη θηλυκότητα στα χαρακτηριστικά του η οποία δεν ήταν αρεστή. Ο Τζακ Ρόνσον όμως εκείνη την μέρα είχε αφηνιάσει, είχε βγάλει λεπίδα με σκοπό να τον τραυματίσει σοβαρά, ίσως και θανάσιμα αν δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει ρίχνοντας στον Τζακ μια δυνατή γονατιά στα αρχίδια του.
Μόνο όταν έφτασε στο κατώφλι της πόρτας του σπιτιού του μπόρεσε να γυρίσει πίσω το κεφάλι του και να ρίξει μια δειλή ματιά. Κανένας δεν τον ακολουθούσε, ξεφύσησε ανακουφισμένος και μπήκε στο σπίτι. Το ήξερε μέσα του πως από εδώ και πέρα θα έπρεπε να προσέχει τα νώτα του, θα έπρεπε να αλλάξει κάπως, το πως όμως ήταν κάτι που δεν γνώριζε.
Μέσα στο σπίτι έτρεξε κατευθείαν στο μπάνιο και προσπάθησε να σταματήσει το αίμα από το πληγωμένο χέρι του. Σκεφτόταν πως έπρεπε να το κάνει πριν γυρίσει ο πατέρας του από την δουλειά, τον μισούσε τρομερά. Ο Μπιλ Ρούιζ, αυτός ο παΤέρας, αυτός ο σχεδόν πάντα μεθυσμένος κρετίνος. Αυτός που στην οποιαδήποτε ευκαιρία κακοποιούσε εκείνον και την μητέρα του με περίσσεια ευχαρίστηση και δέος. Αυτός ήταν ο λόγος που η μάνα του τους παράτησε, λόγω της υπερβολικής του βίας, η οποία αυξανόταν με την ολοένα περισσότερη κατανάλωση αλκοόλ. Ήταν ο λόγος που παράμενε κρυμμένος στο καβούκι του, χωρίς να κάνει αυτά που τον ευχαριστούν, χωρίς να μπορεί να είναι ο εαυτός του. Το αίμα συνέχιζε να τρέχει λιγότερο τώρα, θα τελείωνε από στιγμή σε στιγμή.
Άκουσε την πόρτα να ανοίγει, αλίμονο, αυτός είχε γυρίσει νωρίτερα. Τώρα τον φώναζε, τον έψαχνε, δεν μπορούσε να μη του απαντήσει, αγνόηση και ασέβεια ισοδυναμούσε με τιμωρία. Ανταποκρίθηκε μη θέλοντας στο κάλεσμα του. Ο πατέρας μπήκε με ορμή και τρεκλίζοντας στο μπάνιο, τον κοίταξε με εκείνο το μεθυσμένο και ημίτρελο βλέμμα του, του κοπήκαν τα ήπατα.
«Τι κάνεις εδώ μικρέ;»
«Τίποτα πατέρα, να... απλώς καθαρίζομαι».
Το ημίτρελο βλέμμα του έπεσε στο γεμάτο αίματα χέρι του.
«Τι είναι αυτά τα χάλια; Τι έκανες πάλι, κουνιόσουν σε κανέναν;»
Ο Φράνσις τον κοίταξε στα μάτια, με το ζόρι συγκρατούσε τα δάκρυα του. Προσπάθησε να απολογηθεί, να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ένα χτύπημα του πατέρα του με την ανάστροφη του χεριού του όμως έκανε το κεφάλι του να χτυπήσει πάνω στον καθρέφτη με τρομακτική δύναμη.
«Και τώρα άδειασε μου την γωνία και πήγαινε να μου ετοιμάσεις κάτι να φάω, γρήγορα».
Βγήκε από το μπάνιο με αθόρυβα αναφιλητά, θραύσματα του καθρέφτη είχαν καρφωθεί στο μέτωπο του. Παρ' όλον τον πόνο του έπρεπε να κάνει αυτό που του ζήτησε και έτσι κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Αυτή ήταν η ζωή του σε ηλικία 12 χρονών, δεν μπορούσε να βρει το σθένος να φύγει, όπως είχε κάνει και η μητέρα του πριν χρόνια.
Το βράδυ ήταν ήσυχο, εκείνος είχε ξεραθεί μετά από το φαγητό που του ετοίμασε, μια ομελέτα με τρία αυγά και μία χλέπα για γαρνιτούρα. Ο Φράνσις αφού έπλυνε τα πιάτα ανέβηκε στο δωμάτιο του και έκλεισε την πόρτα. Άνοιξε την κουρτίνα και άφησε να μπει στο δωμάτιο το θολό φως του φεγγαριού. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του δωματίου του, οι αμυχές στο χέρι του και στο πρόσωπο του είχαν καλυφτεί από αυτόν με γάζες και χανζαπλάστ. Άνοιξε το μικρό μπαούλο που είχε κρυμμένο κάτω από το κρεβάτι του και έβγαλε από μέσα τα αγαπημένα του παιχνίδια, πέντε πανομοιότυπες πλαστικές κούκλες, τα μοναδικά πράγματα που είχε αφήσει πίσω η μητέρα του πριν φύγει. Κάθισε στο πάτωμα δίπλα από το παράθυρο και άρχισε να παίζει με τις κούκλες, να τις χτενίζει και να τις αλλάζει τα αυτοσχέδια χαρτονένια φουστανάκια τους.
Απορροφημένος όπως ήταν από το παιχνίδι του δεν άκουσε τον πατέρα του ο οποίος είχε ξυπνήσει και είχε μπει στο δωμάτιο του χωρίς καν να χτυπήσει. Ο Μπιλ είδε τον γιο του να παίζει με αυτά τα ελεεινά κοριτσίστικα παιχνίδια, είχε μεγαλώσει με αυστηρά ανδροκρατούμενες και ρατσιστικές ιδέες και στην θέα αυτή του γιου του άρχισε να τρελαίνετε.
«Τι κάνεις εκεί ρε τσόγλανε, δεν θέλω τέτοια πράγματα στο σπίτι μου».
Ο Φράνσις δεν είπε κουβέντα, δεν μπορούσε καν να τον κοιτάξει. Ο Μπιλ τρελάθηκε ακόμα περισσότερο.
« Ακούς ρε που σου μιλάω;», είπε και κατευθύνθηκε προς το μέρος του, τον τράβηξε από τα μαλλιά και τον πέταξε στην άκρη. Πήρε όλες τις κούκλες από το πάτωμα, όλες εκτός από μία που του κράτησε ο Φράνσις στα χέρια του και την έκρυψε μέσα στην μπλούζα του πριν την δει ο πατέρας του.
Όταν πλέον ο πατέρας του ξέδωσε όλον τον θυμό και την οργή πάνω στον Φράνσις, τον κοίταξε όπως είχε κουλουριαστεί στο πάτωμα και κούνησε υποτιμητικά το κεφάλι του. Έφτυσε στο πάτωμα, ακριβώς μπροστά από τον Φράνσις και του γύρισε την πλάτη παίρνοντας μαζί του τις κούκλες του, τις κούκλες της μητέρας του, τα παιχνίδια του διαβόλου.
«Είσαι και θα παραμείνεις ένας ελεεινός γυναικωτός. Κοίτα να συμμαζέψεις και μην κάνεις φασαρία».
Έκλεισε την πόρτα αφήνοντας το Φράνσις μοναχό του. Οι πληγές του είχαν ανοίξει πάλι από το ξύλο που έφαγε. Κρατούσε με όλη του την δύναμη την κούκλα, ο μπάσταρδος δεν είχε καταφέρει να του την πάρει. Έφερε την κούκλα μπροστά στο πρόσωπο του και καθάρισε τα μάτια του από τα δάκρυα. Περίμενε να ακούσει από την κούκλα κάποια λόγια παρηγοριάς, κάποια διέξοδο από τον εφιάλτη, μάταια όμως. Θύμωσε, αυτές οι κούκλες του είχαν σταθεί περισσότερο απ' ότι η μάνα του. Έπιασε την κούκλα με τα δύο του χέρια και την έσπασε, πέταξε το σώμα και κράτησε στο ένα χέρι του το κεφάλι το οποίο στην βάση του λαιμού είχε αιχμηρά κοφτερά πλαστικά κομμάτια. Σηκώθηκε από το πάτωμα, έσφιξε στο χέρι του το κεφάλι, αίματα άρχισαν να στάζουν από τα κοψίματα του πλαστικού λαιμού. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο διάδρομο και προχώρησε προς το βάθος, εκεί που ήταν η πόρτα του μπάσταρδου.
Μπήκε μέσα και κοίταξε το κρεβάτι στα αριστερά του, εκείνος κοιμόταν εξουθενωμένος. Πλησίασε προσέχοντας να μην δημιουργήσει τον παραμικρό θόρυβο, ανέβηκε πάνω και τον καβάλησε. Πριν εκείνος προλάβει να ανοίξει τα μάτια του ο Φράνσις κάρφωσε στην καρωτίδα του το σπασμένο και αιχμηρό κεφάλι της κούκλας. Ο Μπιλ άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να διώξει τον Φράνσις από πάνω του. Με τα μικρά του χέρια κούνησε το καρφωμένο στον λαιμό του Μπιλ κεφάλι με ένα ζεστό συντριβάνι αίματος να αναβλύζει. Ο Μπιλ έβγαζε περίεργους ρόγχους και θορύβους, ο Φράνσις τον κοίταζε μέσα στα έντονα πονεμένα μάτια του γεμάτος ικανοποίηση και γέλασε δυνατά.
«Πέθανε μπάσταρδε, επιτέλους τώρα θα μπορέσω να είμαι ελεύθερος», έβγαλε το κεφάλι της κούκλας από τον λαιμό του πατέρα του και βγήκε έξω από το δωμάτιο αναστενάζοντας ανακουφισμένος.
---------------------------------------------------------------------------------------
Το παρόν είναι το 1ο κεφάλαιο από το αστυνομικό θρίλερ "Ανθρώπινα Παιχνίδια".
Παρουσιάστηκε στο My little stories σε οχτώ μέρη, καθώς και στο My liitle stories on Wattpad


Σχόλια

  1. Το λατρεύω αυτό το μυθιστόρημα Γιώργο! Στην κυριολεξία το λατρεύω. Το θεωρώ ένα μοναδικό έργο πάνω στο είδος του φανταστικού τρόμου και ίσως ένα από τα καλύτερά σου. Χαίρομαι που θα έχω την ευκαιρία να το διαβάσω ξανά αλλά και να το γνωρίσουν και οι υπόλοιποι φίλοι εδώ.
    Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννη ευχαριστώ για την συνεχή σου στήριξη στα γραπτά μου.
      Χαίρομαι και εγώ με την σειρά μου για αυτό το μπλογκ που ξεκινήσαμε και με τις ωραίες ιδέες που παραθέτουμε.
      Καλή μας συνέχεια.

      Διαγραφή
    2. Το συγγραφικό σου έργο Γιώργο κερδίζει μόνο του και επάξια την εκτίμηση και την αποδοχή. Όσον αφορά αυτό εδώ το μπλογκ ναι ήδη δίνει ένα όμορφο και φρέσκο άρωμα.

      Διαγραφή
  2. Πολύ δυνατή γραφή! Γλαφυρή και ζωντανή. Το ζούσαμε μαζί με τους χαρακτήρες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Από την κατηγορία βιβλίων που λατρεύω... Και με κερδίσει όλο και περισσότερο.
    Η πλοκή σου εξελίσσεται με εξαιρετικό τρόπο και οφείλω να ομολογήσω ότι έχεις κάνει τρομερή δουλειά. Όλες οι περιγραφές σου ολοζώντανες και οι διάλογοι έδωσαν την ρεαλιστική διάσταση του προβλήματος ακόμα πιο ξεκάθαρα, αλλά και τη μεταξύ τους σχέση. Παιδιού - πατέρα.

    Τι όμορφο να διατηρούμε αυτό το επίπεδο συλλογικά!
    Μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ Βούλα. Αφού σου αρέσει η κατηγορία θα ευχαριστηθείς και την συνέχεια.

      Διαγραφή
  4. Ωπα ο Φράνσις!!Φοβερό. Το ξαναδιάβασα ευχαρίστως και δεν έχω ξεχάσει κάτι από την πρώτη φορά
    Ξανά μπράβο Γιώργο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Άννα, ο Φράνσις το παλιόπαιδο έφτασε και εδώ.

      Διαγραφή
  5. Ανατριχιαστικό..Έντονες σκηνές σαν να το ζούσα από κοντά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...