Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά

Τα δυνατά παυσίπονα κάνουν το σώμα να αντέχει τον πόνο. Για τον πόνο της ψυχής φυσικά δεν κάνουν τίποτα. Δεν υπάρχει κάτι τόσο δυνατό, οι επιστήμονες δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμα και μάλλον δε θα το καταφέρουν ποτέ.

Γιατί η ψυχή δεν αποτελείται από κύτταρα και ιστούς, δεν είναι ένα όργανο που μπορείς να το βάλεις κάτω από το μικροσκόπιο και να το αναλύσεις, να κάνεις πειράματα για να δεις τι το αρρωσταίνει και τι το θεραπεύει.

Ο Θεός μας έδωσε την υψηλή νόηση για να φτάσουμε μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης να το παίζουμε μικροί θεοί, να του κλείνουμε το μάτι αλαζονικά αφού βρήκαμε πώς να θεραπεύουμε χιλιάδες αρρώστιες, να τις εξαφανίζουμε κιόλας. 'Ομως ο Θεός γελάει πάντα τελευταίος! Γιατί μας έδωσε ψυχή! Αυτό ήταν το τελευταίο δώρο του προς το δημιούργημα που λέγεται άνθρωπος. Πάρτε το, λοιπόν, μας είπε, και δείτε τι θα κάνετε μ' αυτό! Γιατί δεν το βλέπετε, δεν το ακούτε, αλλά είναι εκεί! Και αιμορραγεί! Και καμία μετάγγιση δεν σε σώζει μόλις η ψυχή σου αρχίσει να χάνει αίμα. Πάρτε και τον χρόνο, μας είπε, βάλτε τα δίπλα δίπλα και περιμένετε. 'Ισως ο χρόνος κάνει κάτι για την ψυχή σας, ίσως και όχι. Εξάλλου ο χρόνος μας είναι τόσο λίγος πάνω στη γη! Και τον σπαταλάμε ανελέητα με το να εμπιστευόμαστε ξανά και ξανά τους λάθος ανθρώπους, με το να αγαπάμε και να νομίζουμε πως μας αγαπούν. 

Με το να πέφτουμε και να ξανασηκωνόμαστε όπως όταν κάνουμε τα πρώτα μας βήματα ως νήπια. Μόνο που τότε έχουμε κάποιον δίπλα μας να μας βοηθάει και τα πεσίματά μας φέρνουν γέλια και τρυφερές αγκαλιές. Τα πεσίματα της ενήλικης ζωής όμως είναι πικρά και ίσως να μην έχεις κανέναν δίπλα σου να σου δώσει το χέρι. Κι ακόμη κι αν έχεις, οι ουλές δεν σβήνουν πια. Τα κύτταρά σου είναι ήδη αρκετά γερασμένα για να μην σου μείνουν σημάδια. Και είπαμε, η ψυχή δεν αποτελείται από κύτταρα. 'Αρα... οι ουλές της δεν σβήνουν ποτέ!

{Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Μία Λέξη"}


Σχόλια

  1. Ποσό αληθινό και όμορφο! Οτιδήποτε αφορά την ψυχή με αγγίζει βαθιά. Ελπίζω να εκδοθεί γιατί δεν πρόλαβα να το διαβάσω στην εφαρμογή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το αγάπησα πολύ αυτό το μυθιστόρημα Ρίτσα. Και δεν το αγάπησα μόνο εγώ. Η βράβευσή του σημαίνει ότι αγαπήθηκε και καταξιώθηκε.
    Το απόσπασμα εδώ είναι ενδεικτικό των θεμάτων που θίχτηκαν, των συναισθημάτων που γεννήθηκαν και των σκέψεων που προκλήθηκαν.
    Την καλησπέρα μου και πάντα επιτυχίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ και από εδώ, γιατί στηριξατε και αγαπήσατε αυτό το μυθιστόρημα.

      Διαγραφή
  3. Αγαπώ, αγαπώ απλά το αγαπώ !
    Ένα υπέροχο έργο !
    Εύχομαι πάντα επιτυχίες !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Φαίνεται ενδιαφέρον! Γιατί αγγίζει αλήθειες που ''ξεχνάμε''.
    Καλοτάξιδο να είναι

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...