Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
"Θολά Μυαλά"
Οι πρωταγωνιστές του σήμερα,
επαναστάτες του χτες.
Μικρές ασήμαντες σκέψεις που φθονούν
στην αγγελική ύπαρξη της μοναξιάς.
Μοιάζουμε με αέρινες υπάρξεις που
ακροβατούν στη νοητή γραμμή του νου.
Δεν έχω πολλά να σας πω, παρά μονάχα
ετούτο.
Έπιασα από το χέρι την απόγνωση και
την κρατώ σφιχτά κοντά μου.
Είναι οι μέρες πια τόσο βροχερές που το τοπίο
μοιάζει με μουσκεμένη θλίψη.
Περνάνε οι μέρες μα το μυαλό
φυλακίζει τα καταπιεσμένα συναισθήματα του στο πατάρι της απομόνωσης.
Πρώτη φορά, στα τόσα χρόνια μου
συνάντησα τόσα πολλά θολά μυαλά.
Μοιάζουν με τη θαμπάδα που διατηρεί η σκέψη
μου.
Στερεύουν τα όνειρα κάτω από την ελπίδα.
Στερεύουν τα μάτια από τα ανύπαρκτα
δάκρυα της φυλακής.
Έσφιξα από το χέρι την απόγνωση
θέλοντας να την τρομάξω.
Εκείνη όμως μου χαμογέλασε εγκάρδια.
Το βλέμμα της απίθωσε επάνω μου και
το φυλλοκάρδι μου την αποχαιρέτησε λίγο πριν τρέξει στα μονοπάτια της σιωπής.
Περνάνε οι μέρες και όλα ερημώνουν.
Ούτε τα πουλιά κελαηδάνε πια.
Σώπασαν
στα δίχτυα του ανέμου.
Φεύγουν σαν κυνηγημένα για άλλους ουρανούς.

Χαίρομαι ιδιαίτερα που συναντώ Βούλα τις ποιητικές σου στιγμές. Και χαίρομαι που σε αυτές βλέπω σκέψεις, συναισθήματα, φορτισμένες στιγμές. Όμορφο ποίημα, μελαγχολικό, βαρύθυμο. Όμως δημιουργεί πανέμορφη αίσθηση μέσα στο μουντό του κλίμα. Πόσο ωραίες εικόνες.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπράβο αγαπητή μου φίλη.
Ευχαριστώ Γιάννη! Η μελαγχολική μου διάθεση συνήθως με καλεί στο να γράψω κάποιο ποίημα. Κάτι που ομολογώ δεν κάνω συχνά. Αλλά αν και δεν έχω μελετήσει αρκετά το είδος, να πω την αλήθεια οι λέξεις βγαίνουν αβίαστα μέσα από τον ερασιτεχνισμό μου...
ΔιαγραφήΠράγματι, για κάποιο λόγο νιώθω πως κάπου εκεί μέσα κρύβεται ένα αισιόδοξο "αλλά". Μπορεί να 'ναι ευσεβής πόθος, δεν ξέρω! Πολύ όμορφο όπως και να 'χει!
ΑπάντησηΔιαγραφήΙσχύει φίλε μου Χάρη,
ΔιαγραφήΗ διάθεση μου αν και μελαγχολική διατηρεί σχεδόν πάντα το μήνυμα της αισιοδοξίας στο "αλλά" που αναφέρεις. Πολύ σωστή η παρατήρηση σου λοιπόν! Χαίρομαι που σου άρεσε!