Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
"Φυλακισμένοι στο ίδιο κλουβί" γράφει η Christy Oshima Η πόρτα πίσω μου είναι κλειστή. Έφυγε και εγώ στέκομαι εδώ, αποσβολωμένος, ανίκανος να διανοηθώ όσα είχαν προηγηθεί. Το σώμα μου ακόμα τρέμει και εκείνα τα δάκρυα που μετά βίας είχα κατορθώσει να σταματήσω πριν από λίγα λεπτά, τώρα ξεχύνονται σαν χείμαρροι άγριοι και βίαιοι. Ξανά όμως, δεν μπορώ να βγάλω τον παραμικρό ήχο από μέσα μου. Τρέμω από τα πόδια ως το κεφάλι, πονάει το στήθος μου σαν κάποιος να με έχει μαχαιρώσει δεκάδες φορές στη καρδιά, το μυαλό μυο ουρλιάζει αλλά δεν λέω να μιλήσω ή να φωνάξω. Τα μάτια μου καρφωμένα στο κενό, παρατηρούν και παρακολουθούν σε λούπα τον τσακωμό. Φωνές…πολλές φωνές, θέε μου γιατί φωνάζει; Πράματα σπάνε και μαζί τους η καρδιά μου. Διαλύεται και γίνεται ένα με τα κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα. Κι άλλες φωνές ακολουθούν. Πιο δυνατές και απειλητικές. Αρκετά, ανταποδίδω με ένα ουρλιαχτό και για πρώτη φορά γεννιέται ο τσουχτερός πόνος στο μπράτσο μου. Ακόμα πονάει. Ακόμα διστάζω να σηκώσ...