Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

H ζωή σου...









Άλλοι τα λένε μαθήματα ζωής..εγώ τα βαπτίζω μαθήματα ψυχής..
Ναι, ναι πολύ σωστά άκουσες, ψυχής !

Τόσοι πολλοί άνθρωποι μέρα με τη μέρα περνούν και αφήνουν το λιθαράκι τους στην πορεία της ζωής μας.
Κάποιες φορές ομορφαίνουν τη διαδρομή μας με το δικό τους μοναδικό τρόπο είτε ανοίγοντας και σχεδιάζοντας δρόμους είτε απολαμβάνοντας αυτό το ταξίδι ως συνοδοιπόροι στο πλευρό μας. Τις περισσότερες φορές όμως, λειτουργούν ως τροχοπέδη, με αποτέλεσμα να σκοντάφτουμε και να σωριαζόμαστε στο τραχύ έδαφος, ματώνοντας τα γόνατα μας.
Περνάνε οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, μεγαλώνεις και οι συνταξιδευτές σου μειώνονται ολοένα και περισσότερο, ίσα που προσμετρώνται στα δάκτυλά σου. Τα χέρια που βασιζόσουν μαζεύονται βιαστικά στην απέλπιδη προσπάθεια σου να τα φτάσεις. Το στητό και περήφανο σώμα κυρτώνει, η ψυχική κόπωση σε καλωσορίζει με ανοιχτές αγκάλες..αδελφική σου φίλη από καιρό! 
Κάποιες πληγές επουλώθηκαν πλήρως, κάποιες άλλες σε στιγμάτισαν για πάντα μένοντας εκεί να σου υπενθυμίζουν την ύπαρξη τους, άλλες στάζουν ακόμη «φαρμάκι».. Τις παρατηρείς σαστισμένος, οι θύμισες επιστρέφουν και ξαναρχίζουν να σε πονούν απ’ την αρχή. 
Μα είναι αλλιώτικος ο πόνος, διαφορετικός από τους άλλους. Σε ανύποπτο χρόνο και στιγμή σε παρασύρει στο δικό του βούρκο και εσύ παλεύεις με τους δαίμονες σου να τον ξορκίσεις. 

Και περνάνε, οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και ανακαλύπτεις μια μέρα την ουσία και τα διδάγματα αυτής της ξέφρενης πορείας..

Είναι τα λάθη, τα πάθη, τα σωστά σου.. 

...είναι η ζωή σου !





Life's like a road that you travel on


When there's one day here and the next day gone

Σχόλια

  1. Μου αρέσουν πολύ οι σκέψεις σου Κατερίνα μου. Ώριμες, συγκροτημένες, διδακτικές και θα έλεγα γεμάτες συναισθήματα.
    Σε ευχαριστούμε καλή μου φίλη για την κρυστάλλινη γραφή σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που μέσα σε λίγες γραμμές κατάφερα να αποδώσω έναν κόσμο συναισθημάτων ..!!

      Διαγραφή
  2. Τι όμορφα που το έθεσες...Στο έχω ξαναπεί νομίζω, πως ενώ συνήθως πραγματεύεσαι θέματα στενάχωρα ή θλιβερά, πότε η ανάγνωσή τους δεν μου προκάλεσε αμιγώς θλίψη. Για κάποιο λόγο νιώθω πως είσαι βαθιά αισιόδοξο άτομο και αυτό βγαίνει και στα γραπτά σου. Ή τουλάχιστον, έτσι το εκλαμβάνω εγώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...