Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Όποιος νοιάζεται...σκοντάφτει!


Όποιος νοιάζεται...σκοντάφτει!
γράφει ο Χάρης Κωφιάδης



Όποιος νοιάζεται σκοντάφτει. Αυτό διαλαλούσε το αγοράκι της γειτόνισσας με ύφος μικρομέγαλου και τα χέρια πεισματικά απιθωμένα στη μέση. Και ήτανε μάλιστα αμετακίνητο, στη θέση και τη στάση του, μπροστά από την μπαλκονόπορτα, κόβοντάς της το δρόμο. Εκείνη γέλασε, παρά το γεγονός πως ήταν φορτωμένη με μια λεκάνη ρούχα για άπλωμα· εγώ σκυθρώπιασα. Το μυαλό μου φταίει πάλι, που κάνει τους δικούς του συνειρμούς, πιασμένο από ανούσια και μικρά ερεθίσματα. Αλλά το ‘χω συνηθίσει πια και δεν αντιστέκομαι. Καμιά φορά, τολμώ να πω πως απολαμβάνω κιόλας τα μικρά μου, εσωτερικά ταξίδια.  

Όποιος νοιάζεται σκοντάφτει… Φυσικά και δεν το εννοούσε έτσι όπως ακούστηκε. Μωρό είναι άλλωστε, τι ξέρει; Κι όμως, η φράση του κόλλησε σαν τσίχλα στα μαλλιά μου και βρήκε από ‘κει τον τρόπο, να φτάσει πιο βαθιά.

Τις προάλλες με ρώτησες, ή μάλλον μου έκανες παράπονα πως δεν έχω γράψει ούτε μια λέξη για εσένα. Και είναι αλήθεια. Ποτέ δεν περπάτησες στα γραπτά μου, ούτε σαν πρωταγωνίστρια, ούτε σαν δεύτερος ρόλος, και σου το έχω παραδεχτεί. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήσουν καν ένας από αυτούς τους χαρακτήρες, που περνούν τυχαία στο φόντο και ο συγγραφέας τους δίνει από μια ατάκα, έτσι για να έχει νόημα η ύπαρξή τους μέσα στο κείμενο. Μήτε τη μορφή σου χρησιμοποίησα, μήτε τα λόγια σου και αυτό σε πείραξε κάπως· έτσι κατάλαβα.

Μα δεν σε πείραξε μόνο που δεν έγραψα για σένα. Πιότερο σ’ ενόχλησε, ένιωσα, που είχα γράψει γι’ άλλους. Ξαπλωμένη στο μαξιλάρι σου, τα μάτια σου σπίθιζαν. Κι εγώ, δύο παλάμες παραδίπλα, με το πρόσωπο κρυμμένο στις σκιές σού χαμογέλασα. Να γελάσω μου βγήκε αλήθεια, μα συγκρατήθηκα για ‘σένα, για να μην υποβιβάσω το παράπονό σου. Είναι η άμυνά μου αυτή, να γελώ· το γνωρίζεις πια. Πάντως, ήξερα τι ήθελα να πω. Οι λέξεις απλά κόλλησαν πίσω από τα χείλη μου και δεν έλεγαν να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικοι όνοι. Εγώ έσπρωχνα και αυτές στήλωναν κάτω τα ποδάρια, σκάβοντας το έδαφος.

Κι όσο οι σιωπές μας γίναν βαρύτερες, εγώ πάσχιζα να σου μιλήσω. Μέχρι που γύρισες το κεφάλι σου από την άλλη, σαν να μου έλεγες πως ήθελες να λήξει η συζήτηση εκεί, αφού δεν είχα κάτι να προσθέσω. Μα είχα! Μα τω Θεώ, είχα. Και για κάποιο λόγο, μου φάνηκε πιο εύκολο να τα πω στη γυρισμένη πλάτη σου. Κι όταν άνοιξα τα χείλη μου, ήμουν σίγουρος πως ακόμη άκουγες και ακόμη περίμενες.

Ξέρεις λοιπόν γιατί δεν γράφω για σένα; Γιατί νιώθω ανίκανος, σαν νήπιο που όλες κι όλες ξέρει δέκα λέξεις. Όπως και να το κάνεις, δεν φτάνουν για να εκφράσουν πραγματικά όλα όσα θέλει. Και άσε τα άλλα μου κείμενα. Εκείνα είναι πεζά με έναν τρόπο που δεν καταλαβαίνεις. Δεν γράφω για σένα, γιατί και να είχα το κατάλληλο λεξιλόγιο, πάλι δεν θα ‘βρισκα τον τρόπο να εκφραστώ σωστά και επαρκώς. Δεν είναι, λοιπόν, πως είσαι εσύ ανάξια αναφοράς, μα εγώ ανήμπορος να σ’ αποδώσω στο χαρτί. Φοβάμαι πως θα σ’ αδικήσω. Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν θα ‘γραφα για ΄σένα, ακόμη και αν μπορούσα. Γιατί είσαι μοναχά δική μου και ίσως να ζηλεύω λιγάκι. Ας μην σε δει κανείς όπως εγώ…

Όποιος νοιάζεται σκοντάφτει, λέει το γειτονάκι… Κι εγώ σκοντάφτω σε λέξεις που δεν έχω, σε νοήματα που δεν θα μπορούσαν να αποτυπωθούν γραπτώς και σε συναισθήματα που ξεπερνούν τις διαστάσεις του πληκτρολογίου μου. Δίκιο είχε ο μπόμπιρας. Γι’ αυτό, μη μου θυμώνεις που παραπατώ και μην στεναχωριέσαι. Η μέρα που θα γράψω για ‘σένα, χωρίς να σκουντουφλάω, θα είναι η μέρα που σ’ έχω ξεπεράσει.

Πάλι φτωχό μου φαίνεται το κείμενο, φτωχό και άδειο. Κι έτσι κι εγώ χαμογελώ που πάλι σκόνταψα και σου υπόσχομαι ότι ποτέ… Άσ’ το. Τι νόημα έχει να προσπαθήσω να το πω; Πάλι τα γόνατά μου θα την πληρώσουν. Αλλά να θυμάσαι, στο υποσχέθηκα…

Σχόλια

  1. Ένα ακόμα υπέροχο διήγημά σου Χάρη φίλε μου!
    Η λογοτεχνική σου πηγή δείχνει να μην εξαντλείται αλλά τουναντίον, να γεμίζει συνέχεια με καλούδια συγγραφής γεμάτα συναισθήματα, θέματα, εικόνες και χαρακτήρες.
    Η αναφορά εδώ στο δεύτερο πρόσωπο εκείνης που ο συγγραφέας δεν "μπορεί" να αποτυπώσει στο γραπτό του γίνεται με τρόπο υπέροχο που αναδεικνύει και την αλήθεια που έχει στην καρδιά του.
    Ακόμα μια φορά συγχαρητήρια φίλε μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μόνο ο χρόνος νιώθω πως εξαντλείται καθημερινά Γιάννη, προτού προλάβω να βουτήξω σε αυτή την πηγή. Ευχαριστώ πάρα πολύ για μία ακόμη φορά. Τα λόγια σου αποτελούν πάντα μια ευχάριστη "έκπληξη" και κινητήριο δύναμη!

      Διαγραφή
  2. Αχ βρε Χάρη! Γι αυτό είμαι πιστή θαυμάστρια των κειμένων σου! Γιατί μιλάνε στην καρδιά αμέσως! Λάτρεψα αυτό το κείμενο σου όσο και το "Εγώ πότε θα γίνω νύφη". Από εκεί σε γνώριζα και εδώ σε αναγνωρίζω...

    Αυτά αγόρι μου είναι λόγια καρδιάς βουτηγμένα στο μελάνι!
    Και το Μπράβο τώρα μοιάζει φτωχό μπροστά στο κείμενο σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι όμορφο αυτό που λες, Βούλα, και πόσο με συγκινείς με τα λόγια σου! Είμαι πραγματικά ευγνώμων για την απίστευτη στήριξη και δύναμη που μου δίνουν τα λόγια σου!

      Διαγραφή
  3. Πριν πεις γιατί είχα καταλάβει το λόγο. Ϊσως γιατί ο μπόμπιρας έχει απόλυτο δίκιο.
    Όποιος νοιάζεται σίγουρακι πως σκοντάφτει.
    Είναι ανασφάλεια βασικά, δηλαδή, αν υποθέσουμε πως μιλάμε για την έμπνευση, την δική σου κατά δική σου έμπνευση που ζητά να διαβαστεί θα θαυμαστεί και από άλλους εκτός από σένα ... ε καταλαβαίνεις ... τι να σου πω ...
    Γράψε εσύ, ξανά και ξανά και ξανά, εκείνη και μόνο εκείνη θα την καταβρεί χαχαχαχα
    Είναι ωραίο να σου κάνουν μικρά παράπονα και πείσματα και ζήλιες
    ααα ναι ξέχασα, μου άρεσε εκεί που κόλλησε η σκέψη σαν τσιχλα στα μαλλιά !!! Τέλεια έμπνευση
    ναι ναι ναι όποιος νοιάζεται σκοντάφτει, σιγουράκι το έχω πάθει όταν προσπαθώ να βάλω όοολη μου την τέχνη να φτιάξω ένα φαγάκι, ένα γλυκάκι κλπ
    Το λέω και εγώ με τα χέρια στη μέση χαχαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χααχαχαχα πόσο δίκιο έχεις και για το κομμάτι της ανασφάλειας αλλά και για το κομμάτι του πόσο όμορφα είναι αυτά τα παραπονάκια...και αυτή η έμπνευση είναι περίεργο πράγμα...ένα παράπονο από 'δω, ένα γειτονάκι από 'κει, και να σου μια ιδέα για να γράψεις κάτι, να πεις κάτι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...