Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Εξέλιξη του Τρόμου στη Λογοτεχνία: Από το Γοτθικό Σκοτάδι στο Halloween | Χάρης Κωφιάδης

Γιατί επιζητούμε την αδρεναλίνη του φόβου μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, ενώ στην πραγματική ζωή τον αποφεύγουμε; Καθώς πλησιάζει η πιο ατμοσφαιρική νύχτα του Οκτώβρη, τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η ανάγκη μας για μια σκοτεινή ιστορία γιγαντώνεται. Σε καλωσορίζω σε μια αναδρομή στις μορφές που πήρε ο τρόμος στη λογοτεχνία και στο γιατί το Halloween παραμένει η απόλυτη γιορτή των «περιέργων» αναγνωστών. Ανέκαθεν με τραβούσε το σκοτάδι στην τέχνη. Όχι πως αγνοούσα το φως, αλλά παρουσιάζεται συχνά ως λιγότερο γοητευτικό. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του ανασφάλεια, αδρεναλίνη, το άγνωστο. Μας προκαλεί συναισθήματα τα οποία δεν θέλουμε να βιώσουμε στην καθημερινότητα και προτιμάμε να τα ανακαλύπτουμε από την ασφάλεια του καναπέ. Εκεί όπου ξέρουμε πολύ καλά πως ο τρόμος τελειώνει τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο. Ή και λίγες ώρες αργότερα, ανάλογα πόσο θα μας επηρεάσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια φανταστική ιστορία...

Όποιος νοιάζεται...σκοντάφτει!


Όποιος νοιάζεται...σκοντάφτει!
γράφει ο Χάρης Κωφιάδης



Όποιος νοιάζεται σκοντάφτει. Αυτό διαλαλούσε το αγοράκι της γειτόνισσας με ύφος μικρομέγαλου και τα χέρια πεισματικά απιθωμένα στη μέση. Και ήτανε μάλιστα αμετακίνητο, στη θέση και τη στάση του, μπροστά από την μπαλκονόπορτα, κόβοντάς της το δρόμο. Εκείνη γέλασε, παρά το γεγονός πως ήταν φορτωμένη με μια λεκάνη ρούχα για άπλωμα· εγώ σκυθρώπιασα. Το μυαλό μου φταίει πάλι, που κάνει τους δικούς του συνειρμούς, πιασμένο από ανούσια και μικρά ερεθίσματα. Αλλά το ‘χω συνηθίσει πια και δεν αντιστέκομαι. Καμιά φορά, τολμώ να πω πως απολαμβάνω κιόλας τα μικρά μου, εσωτερικά ταξίδια.  

Όποιος νοιάζεται σκοντάφτει… Φυσικά και δεν το εννοούσε έτσι όπως ακούστηκε. Μωρό είναι άλλωστε, τι ξέρει; Κι όμως, η φράση του κόλλησε σαν τσίχλα στα μαλλιά μου και βρήκε από ‘κει τον τρόπο, να φτάσει πιο βαθιά.

Τις προάλλες με ρώτησες, ή μάλλον μου έκανες παράπονα πως δεν έχω γράψει ούτε μια λέξη για εσένα. Και είναι αλήθεια. Ποτέ δεν περπάτησες στα γραπτά μου, ούτε σαν πρωταγωνίστρια, ούτε σαν δεύτερος ρόλος, και σου το έχω παραδεχτεί. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήσουν καν ένας από αυτούς τους χαρακτήρες, που περνούν τυχαία στο φόντο και ο συγγραφέας τους δίνει από μια ατάκα, έτσι για να έχει νόημα η ύπαρξή τους μέσα στο κείμενο. Μήτε τη μορφή σου χρησιμοποίησα, μήτε τα λόγια σου και αυτό σε πείραξε κάπως· έτσι κατάλαβα.

Μα δεν σε πείραξε μόνο που δεν έγραψα για σένα. Πιότερο σ’ ενόχλησε, ένιωσα, που είχα γράψει γι’ άλλους. Ξαπλωμένη στο μαξιλάρι σου, τα μάτια σου σπίθιζαν. Κι εγώ, δύο παλάμες παραδίπλα, με το πρόσωπο κρυμμένο στις σκιές σού χαμογέλασα. Να γελάσω μου βγήκε αλήθεια, μα συγκρατήθηκα για ‘σένα, για να μην υποβιβάσω το παράπονό σου. Είναι η άμυνά μου αυτή, να γελώ· το γνωρίζεις πια. Πάντως, ήξερα τι ήθελα να πω. Οι λέξεις απλά κόλλησαν πίσω από τα χείλη μου και δεν έλεγαν να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικοι όνοι. Εγώ έσπρωχνα και αυτές στήλωναν κάτω τα ποδάρια, σκάβοντας το έδαφος.

Κι όσο οι σιωπές μας γίναν βαρύτερες, εγώ πάσχιζα να σου μιλήσω. Μέχρι που γύρισες το κεφάλι σου από την άλλη, σαν να μου έλεγες πως ήθελες να λήξει η συζήτηση εκεί, αφού δεν είχα κάτι να προσθέσω. Μα είχα! Μα τω Θεώ, είχα. Και για κάποιο λόγο, μου φάνηκε πιο εύκολο να τα πω στη γυρισμένη πλάτη σου. Κι όταν άνοιξα τα χείλη μου, ήμουν σίγουρος πως ακόμη άκουγες και ακόμη περίμενες.

Ξέρεις λοιπόν γιατί δεν γράφω για σένα; Γιατί νιώθω ανίκανος, σαν νήπιο που όλες κι όλες ξέρει δέκα λέξεις. Όπως και να το κάνεις, δεν φτάνουν για να εκφράσουν πραγματικά όλα όσα θέλει. Και άσε τα άλλα μου κείμενα. Εκείνα είναι πεζά με έναν τρόπο που δεν καταλαβαίνεις. Δεν γράφω για σένα, γιατί και να είχα το κατάλληλο λεξιλόγιο, πάλι δεν θα ‘βρισκα τον τρόπο να εκφραστώ σωστά και επαρκώς. Δεν είναι, λοιπόν, πως είσαι εσύ ανάξια αναφοράς, μα εγώ ανήμπορος να σ’ αποδώσω στο χαρτί. Φοβάμαι πως θα σ’ αδικήσω. Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν θα ‘γραφα για ΄σένα, ακόμη και αν μπορούσα. Γιατί είσαι μοναχά δική μου και ίσως να ζηλεύω λιγάκι. Ας μην σε δει κανείς όπως εγώ…

Όποιος νοιάζεται σκοντάφτει, λέει το γειτονάκι… Κι εγώ σκοντάφτω σε λέξεις που δεν έχω, σε νοήματα που δεν θα μπορούσαν να αποτυπωθούν γραπτώς και σε συναισθήματα που ξεπερνούν τις διαστάσεις του πληκτρολογίου μου. Δίκιο είχε ο μπόμπιρας. Γι’ αυτό, μη μου θυμώνεις που παραπατώ και μην στεναχωριέσαι. Η μέρα που θα γράψω για ‘σένα, χωρίς να σκουντουφλάω, θα είναι η μέρα που σ’ έχω ξεπεράσει.

Πάλι φτωχό μου φαίνεται το κείμενο, φτωχό και άδειο. Κι έτσι κι εγώ χαμογελώ που πάλι σκόνταψα και σου υπόσχομαι ότι ποτέ… Άσ’ το. Τι νόημα έχει να προσπαθήσω να το πω; Πάλι τα γόνατά μου θα την πληρώσουν. Αλλά να θυμάσαι, στο υποσχέθηκα…

Σχόλια

  1. Ένα ακόμα υπέροχο διήγημά σου Χάρη φίλε μου!
    Η λογοτεχνική σου πηγή δείχνει να μην εξαντλείται αλλά τουναντίον, να γεμίζει συνέχεια με καλούδια συγγραφής γεμάτα συναισθήματα, θέματα, εικόνες και χαρακτήρες.
    Η αναφορά εδώ στο δεύτερο πρόσωπο εκείνης που ο συγγραφέας δεν "μπορεί" να αποτυπώσει στο γραπτό του γίνεται με τρόπο υπέροχο που αναδεικνύει και την αλήθεια που έχει στην καρδιά του.
    Ακόμα μια φορά συγχαρητήρια φίλε μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μόνο ο χρόνος νιώθω πως εξαντλείται καθημερινά Γιάννη, προτού προλάβω να βουτήξω σε αυτή την πηγή. Ευχαριστώ πάρα πολύ για μία ακόμη φορά. Τα λόγια σου αποτελούν πάντα μια ευχάριστη "έκπληξη" και κινητήριο δύναμη!

      Διαγραφή
  2. Αχ βρε Χάρη! Γι αυτό είμαι πιστή θαυμάστρια των κειμένων σου! Γιατί μιλάνε στην καρδιά αμέσως! Λάτρεψα αυτό το κείμενο σου όσο και το "Εγώ πότε θα γίνω νύφη". Από εκεί σε γνώριζα και εδώ σε αναγνωρίζω...

    Αυτά αγόρι μου είναι λόγια καρδιάς βουτηγμένα στο μελάνι!
    Και το Μπράβο τώρα μοιάζει φτωχό μπροστά στο κείμενο σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι όμορφο αυτό που λες, Βούλα, και πόσο με συγκινείς με τα λόγια σου! Είμαι πραγματικά ευγνώμων για την απίστευτη στήριξη και δύναμη που μου δίνουν τα λόγια σου!

      Διαγραφή
  3. Πριν πεις γιατί είχα καταλάβει το λόγο. Ϊσως γιατί ο μπόμπιρας έχει απόλυτο δίκιο.
    Όποιος νοιάζεται σίγουρακι πως σκοντάφτει.
    Είναι ανασφάλεια βασικά, δηλαδή, αν υποθέσουμε πως μιλάμε για την έμπνευση, την δική σου κατά δική σου έμπνευση που ζητά να διαβαστεί θα θαυμαστεί και από άλλους εκτός από σένα ... ε καταλαβαίνεις ... τι να σου πω ...
    Γράψε εσύ, ξανά και ξανά και ξανά, εκείνη και μόνο εκείνη θα την καταβρεί χαχαχαχα
    Είναι ωραίο να σου κάνουν μικρά παράπονα και πείσματα και ζήλιες
    ααα ναι ξέχασα, μου άρεσε εκεί που κόλλησε η σκέψη σαν τσιχλα στα μαλλιά !!! Τέλεια έμπνευση
    ναι ναι ναι όποιος νοιάζεται σκοντάφτει, σιγουράκι το έχω πάθει όταν προσπαθώ να βάλω όοολη μου την τέχνη να φτιάξω ένα φαγάκι, ένα γλυκάκι κλπ
    Το λέω και εγώ με τα χέρια στη μέση χαχαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χααχαχαχα πόσο δίκιο έχεις και για το κομμάτι της ανασφάλειας αλλά και για το κομμάτι του πόσο όμορφα είναι αυτά τα παραπονάκια...και αυτή η έμπνευση είναι περίεργο πράγμα...ένα παράπονο από 'δω, ένα γειτονάκι από 'κει, και να σου μια ιδέα για να γράψεις κάτι, να πεις κάτι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Ο Στάθης & η Αστάθεια

  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης  Η πρώτη φορά που ο Στάθης είδε τον γέρο ήταν μια μέρα που λίγο διέφερε απ’ όσες προηγήθηκαν. Στη δουλειά το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει. Φωνές και φράσεις κοφτές, τυπικά ευγενικές μα ουσιαστικά αγενείς. Σπάνια πια, των παραπόνων και των απαιτήσεων προηγούνταν μια καλημέρα, ή μια καλησπέρα. Λες κι ήταν δεδομένο… Μα δεν ήταν. Κι έλειπε κι αυτό το χαμόγελο που εκείνος δεν θα μπορούσε να δει, μα αν μη τι άλλο θα το άκουγε. Είχε καλό αυτί όπως του λέγανε άλλωστε. Χρόνια στην ίδια θέση, επαγγελματικά είχε φτάσει στο απόγειο μιας καριέρας περιορισμένης και κομματάκι πεζής, να ανέχεται τον πάσα έναν που δεν πηδούσε ή δεν πηδιόταν αρκετά. Μπορεί βέβαια να μην έφταιγαν και οι πελάτες∙ το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές και αυτό. Μπορεί να ήταν που και ο ίδιος δεν τους χαμογελούσε πια όπως παλιά. Όταν πήρε τη θέση, το ήθελε και το έκανε, μετά το προσπαθούσε. Στο τέλος το πέταξε στην άκρη σαν γραβάτα που κάπως σε στενεύει, κάπως σε πνίγει και δεν σου...