" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ Εγώ ποτέ δε μίσησα τους ανθρώπους. Εκείνοι μισούσαν εμένα. Εκείνοι γελούσαν σε βάρος μου. Εκείνοι με εγκατέλειψαν. Το Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες μου είχε τραβήξει εδώ και καιρό την προσοχή. Αφού η αγαπημένη Ιουλία μου το δάνεισε, το άρχισα αμέσως και με δύναμη ψυχής κατάφερα να το ολοκληρώσω σε μια βδομάδα. Είναι από τα βιβλία που μόλις το ανοίξεις δεν μπορείς να το αφήσεις κάτω, αλλά δεν ήθελα να το αποχωριστώ αμέσως. Είμαι από τους αναγνώστες που δεν επιστρέφει σε ολόκληρη την ιστορία, αφού αυτή γίνει κομμάτι μου. Ήθελα λοιπόν να απολαύσω αυτό το θλιμμένο ταξίδι προς την ενηλικίωση, αυτόν τον σκληρό αγώνα επιβίωσης. Ξημερώματα της 30 ης Οκτωβρίου του 1969 βρίσκεται μέσα στα έλη το πτώμα ενός νεαρού. Η τοπική κοινωνία ταράζεται από τον απρόσμενο θάνατο του Τσέις Άντριους και αμέσως ξεκινάνε έρευνες, προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση. Καθώς τα στοιχεία φέρνουν τους αστυνομικούς όλο και πιο κοντά στη θεωρία φόνου, ένα μεγάλο μέρος του...