Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες της Delia Owens

 



Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ


Εγώ ποτέ δε μίσησα τους ανθρώπους. Εκείνοι μισούσαν εμένα. Εκείνοι γελούσαν σε βάρος μου. Εκείνοι με εγκατέλειψαν.


Το Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες μου είχε τραβήξει εδώ και καιρό την προσοχή. Αφού η αγαπημένη Ιουλία μου το δάνεισε, το άρχισα αμέσως και με δύναμη ψυχής κατάφερα να το ολοκληρώσω σε μια βδομάδα. Είναι από τα βιβλία που μόλις το ανοίξεις δεν μπορείς να το αφήσεις κάτω, αλλά δεν ήθελα να το αποχωριστώ αμέσως. Είμαι από τους αναγνώστες που δεν επιστρέφει σε ολόκληρη την ιστορία, αφού αυτή γίνει κομμάτι μου. Ήθελα λοιπόν να απολαύσω αυτό το θλιμμένο ταξίδι προς την ενηλικίωση, αυτόν τον σκληρό αγώνα επιβίωσης.


Ξημερώματα της 30ης Οκτωβρίου του 1969 βρίσκεται μέσα στα έλη το πτώμα ενός νεαρού. Η τοπική κοινωνία ταράζεται από τον απρόσμενο θάνατο του Τσέις Άντριους και αμέσως ξεκινάνε έρευνες, προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση. Καθώς τα στοιχεία φέρνουν τους αστυνομικούς όλο και πιο κοντά στη θεωρία φόνου, ένα μεγάλο μέρος του χωριού στρέφεται εναντίον της Κάια, μιας κοπέλας που ζει ολομόναχη στους βάλτους. Αμέσως ξεκινάει ένα ταξίδι στο παρελθόν με τακτές επιστροφές στο παρόν και την έρευνα που κάνει το μυαλό του αναγνώστη να γυρνάει δέκα στροφές το λεπτό αναζητώντας την αλήθεια πίσω από τον αλλόκοτο θάνατο.


Η Κάια εγκαταλείφθηκε από την οικογένεια της όταν πολύ μικρή. Πριν καν φτάσει στην ηλικία για δημοτικό, η μητέρα της έφυγε από το σπίτι και σύντομα ακολούθησαν τα αδέρφια της. Ο πατέρας της ήταν ένας βίαιος αλκοολικός που δεν ήταν σε θέση να αναθρέψει πραγματικά το παιδί του κι έτσι η Κάια, αντί να μάθει γράμματα, έμαθε πώς να επιβιώνει. Μέχρι που την εγκατέλειψε και ο πατέρας της και είχε για συντροφιά τα ζώα του βάλτου.


Τα συναισθήματα που προκαλεί αυτό το βιβλίο είναι πολλά. Η μελαγχολία και η μοναξιά εκκωφαντούν σε κάθε σελίδα. Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι δε θα είχε καταφέρει ούτε τα μισά, αλλά η Κάια αποδεικνύει περίτρανα πως δεν έχει σημασία από που είσαι, αλλά πόσο πολύ θέλεις κάτι. Από αμόρφωτη γίνεται μια καταξιωμένη συγγραφέας. Η Πιτσιρίκα του Βάλτου, όπως την αποκαλούσαν, πάσχιζε με όλες της τις δυνάμεις να προοδεύσει και να κατανικήσει τις προκαταλήψεις. Σε μια κλειστή κοινωνία που όλοι σε έκριναν με βάση την καταγωγή, η Κάια ξεχώρισε για την τόλμη και τη φιλομάθεια της.


Πολλές φορές παραλλήλιζα το βιβλίο με το επίσης αριστουργηματικό Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια της Harper Lee. Και οι δυο συγγραφείς παρουσιάζουν τα κακώς κείμενα των εκάστοτε κοινωνιών, δίνοντας έμφαση στον αγώνα όσων οι καθωσπρέπει κύριοι θεωρούσαν παρίες. Κάθε κεφάλαιο, κάθε σελίδα ήταν μια γροθιά στο στομάχι και μια υπενθύμιση πως ό,τι δεν ξέρουμε δεν χρειάζεται να το φοβόμαστε και να το δαιμονοποιούμε.


Επιπλέον, αξίζει να αναφέρω πως κάθε λίγο και λιγάκι ξεπηδούσαν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη χλωρίδα και την πανίδα, χάρις το επάγγελμα της συγγραφέως. Προσωπικά αγαπώ τα βιβλία που έχουν την επαγγελματική πινελιά των δημιουργών, όταν αυτή ξεπερνάει το λογοτεχνικό κομμάτι. Το βιβλίο γίνεται πιο αυθεντικό και πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Μαζί με την Κάια, μαθαίνουμε λίγο λίγο το βάλτο και τους νόμους της φύσης, τους σκληρούς εκείνους κανόνες που επιβάλλονται από τον πιο δυνατό. Εκεί που τραγουδούν οι καραβίδες δε θα ήθελε κανείς να βρεθεί, διότι εκεί όλοι είναι πιο ελεύθεροι κι άρα πιο ανεξέλεγκτοι.


Διαβάστε το!


Σχόλια

  1. Σε πρώτη φάση Δανάη, διάβασα την υπέροχη παρουσίασή σου.
    Και ομολογώ με καθήλωσε αλλά και με συγκίνησε πολύ. Και σαν περιβάλλον, ο κόσμος ενός βάλτου, και σαν θέμα. Ένα αδύναμο, παράξενο, απομονωμένο πλάσμα, η Κάια, που επιβιώνει σε πείσμα όλων.
    Δεν ξέρω αλλά με ενθουσίασε η παρουσίαση και θα ήθελα να το διαβάσω το βιβλίο.
    Καλησπέρα καλή μου φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πιστευω ακράδαντα ότι θα σου άρεσε. Είναι αρκετά κοντά στην ψυχοσύνθεση σου και θα σε συγκινήσει!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...