Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Όσα κρύβει το σκοτάδι της Φωτεινής Καλλιώρα

 





Η ζωή απλώνεται μπροστά σε όλους, λίγοι όμως είναι οι μαχητές που τολμούν να την αντιμετωπίσουν όπως πραγματικά είναι: σκληρή μα και μοναδική.


Είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω προσωπικά την αγαπητή Φωτεινή. Σπουδάσαμε στην ίδια σχολή και παρακολουθήσαμε μαζί κάποια μαθήματα. Όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο μοιράστηκε μαζί μου τον ενθουσιασμό μου και δυο χρόνια αργότερα, με μεγάλη συγκίνηση, κράτησα στα χέρια μου το δικό της συγγραφικό ντεμπούτο.


Το Όσα κρύβει το σκοτάδι είναι ένα κοινωνικό δράμα που ακροβατεί ανάμεσα στο μυθιστόρημα και τη νουβέλα. Σε μόλις 300 σελίδες ξετυλίγεται μια ιστορία πόνου, αγώνα, αλλά και ελπίδας. Η Θεοδώρα ερωτεύεται για πρώτη φορά στα δεκαοκτώ της χρόνια με ένα αγόρι που έχει περάσει μια δύσκολη παιδική ηλικία. Έχει δεχτεί από νεαρός τη βία, με αποτέλεσμα να την αναπαράγει. Σε καμία περίπτωση όμως, αυτό δεν είναι δικαιολογία.


Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, η Θεοδώρα προσπαθεί να επουλώσει ακόμα τις πληγές της παρέα με την κόρη της. Σε αντίθεση με το Μίλτο, η Αγγελικούλα είναι πιο τρυφερή ψυχή και έτσι η μητέρα της δε θλίβεται κοιτάζοντας την. Οι αναμνήσεις αφορούν μόνο τον πατέρα της. Ένα βράδυ λοιπόν, η Θεοδώρα αποφασίζει να ξορκίσει εμπράκτως τους δαίμονες της και αποτυπώνει στις σελίδες του βιβλίου της τον αγώνα της να συνέλθει μετά από μια τοξική σχέση. Όταν αυτό το σύγγραμμα δημοσιεύεται, τραβάει την προσοχή του Μίλτου, ο οποίος επιστρέφει στη ζωή της Θεοδώρας μόνο και μόνο για να την εκδικηθεί.


Στο βιβλίο θα συναντήσει κανείς πολλά ζητήματα που κατά καιρούς μας απασχολούν, όπως η κακοποίηση, οι τοξικές σχέσεις, τα άγχη των νέων ανθρώπων. Θέλοντας να σταθώ στο πρώτο θέμα, να πω ένα μεγάλο μπράβο στη Φωτεινή που θυμίζει για μια ακόμα φορά σε αυτή την κοινωνία ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που υποφέρουν από αυτό το απεχθές φαινόμενο. Όπως είναι γνωστό, αλλά όλοι θέλουν να αγνοούν, ο θύτης είναι πάντα γοητευτικός ώστε να προσελκύει το θύμα του και να μην κινεί υποψίες στους γύρω, ενώ όταν αρχίσει η δράση του, οι τύψεις και η ντροπή κυριεύουν το λάθος άτομο. Η Θεοδώρα χρειάστηκε δεκαοκτώ χρόνια για να αποδεχτεί ότι δεν έφταιγε σε κάτι και πως όσο δύσκολη κι αν ήταν η ζωή του Μίλτου, δεν είχε κανένα δικαίωμα να σηκώσει το χέρι του.


Η γραφή της Φωτεινής είναι σε ένα εξαιρετικό επίπεδο, γεγονός που το γνώριζα και πριν δημοσιευτεί το πρώτο της έργο. Ώριμη για την ηλικία της, πολυδιαβασμένη και συγκροτημένη δίνει στον αναγνώστη ένα έργο γεμάτο λυρισμό και πλούσιο συναίσθημα δίπλα σε κάθε λέξη. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο πραγματεύεται ένα σοβαρό και επίπονο θέμα, υπάρχει μια αθωότητα στο ύφος της Φωτεινής, την οποία ελπίζω να μη χάσει ποτέ. Θυμίζει βιβλία παλαιότερων συγγραφέων, που σκοπό είχαν να υπογραμμίσουν τις ομορφιές της ζωής, ώστε να δώσουν σε όσους αγωνίζονται μια άγκυρα για να κρατηθούν. Αυτή η ωριμότητα και η ελπίδα αντανακλάται και στους χαρακτήρες της, με τους οποίους ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί.


Μέσα από καθημερινές εικόνες λοιπόν, την ομορφιά του ελληνικού τοπίου και τη γλυκιά σχέση μάνας και κόρης, η Φωτεινή Καλλιώρα μπαίνει στον κόσμο της συγγραφής υψώνοντας δυνατά τη φωνή της για χάρη τόσων πονεμένων ανθρώπων. Ελπίζω σύντομα να κρατήσω ένα ακόμα βιβλίο της στα χέρια μου.




Σχόλια

  1. Χαίρομαι ιδιαίτερα Δανάη μου για κάθε σου παρουσίαση. Είναι μια πανδαισία πραγματικά και το χαίρομαι αυτό για σένα. Γιατί εκτός του ότι είναι μια εξαίρετη δουλειά, είναι και γεμάτη από τα προσωπικά σου συναισθήματα.
    Σε ευχαριστούμε ειλικρινά για μια ακόμα ανάλογη καταχώρηση. Καλή βδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να σαι καλά Γιάννη μου. Ελπίζω να βρίσκεις καλούδια να προσθέσεις στη βιβλιοθήκη σου

      Διαγραφή
  2. Αρκετά δύσκολο θέμα, αλλά πόλυ ωραιο ταυτόχρονα! Το βάζω στη λίστα μου Δανάη <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Άννα Καρένινα ή Τελειώνει με Εμάς;

  "Τελικά, τι προσδίδει αξία σε ένα βιβλίο;" 1. Το δίλημμα Ιδού λοιπόν ένα δίλημμα που μπορεί να τσακίσει κόκαλα. Γιατί ενώ φαινομενικά είναι μια εύκολη ερώτηση, η απάντησή της κρύβει παγίδες. Το ασφαλές είναι να απαντήσεις την Καρένινα ή τουλάχιστον να βρεις έναν ευφυή και πλάγιο τρόπο να μιλήσεις για την υποκειμενικότητα της στιγμής, του mood, της διάθεσης κ.α. Τονίζοντας πάντα την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία ενός έργου όπως αυτό του Τολστόι, αν θες στο τέλος οι συνομιλητές σου να κουνάνε επιδοκιμαστικά το κεφάλι, συμφωνόντας. 2. Η “ασφαλής” επιλογή Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως μια πολύ μεγάλη μερίδα θα απαντούσε χωρίς δεύτερη σκέψη το κλασικό αυτό βιβλίο. Και θα είχαν απόλυτο δίκιο. Η διαχρονικότητά του και μόνο, είναι μέτρο ποιότητας αν μη τι άλλο. Τι συμβαίνει όμως με αυτούς που θα ήθελαν να απαντήσουν πως απολαύσανε περισσότερο το  Τελειώνει με Εμάς ; Μπορούν άραγε να το κάνουν σε έναν κύκλο λογοτεχνικό όπου υπάρχουν ορισμένοι άτυποι κανόνες; Και αν το κάνου...