Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Όσα κρύβει το σκοτάδι της Φωτεινής Καλλιώρα

 





Η ζωή απλώνεται μπροστά σε όλους, λίγοι όμως είναι οι μαχητές που τολμούν να την αντιμετωπίσουν όπως πραγματικά είναι: σκληρή μα και μοναδική.


Είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω προσωπικά την αγαπητή Φωτεινή. Σπουδάσαμε στην ίδια σχολή και παρακολουθήσαμε μαζί κάποια μαθήματα. Όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο μοιράστηκε μαζί μου τον ενθουσιασμό μου και δυο χρόνια αργότερα, με μεγάλη συγκίνηση, κράτησα στα χέρια μου το δικό της συγγραφικό ντεμπούτο.


Το Όσα κρύβει το σκοτάδι είναι ένα κοινωνικό δράμα που ακροβατεί ανάμεσα στο μυθιστόρημα και τη νουβέλα. Σε μόλις 300 σελίδες ξετυλίγεται μια ιστορία πόνου, αγώνα, αλλά και ελπίδας. Η Θεοδώρα ερωτεύεται για πρώτη φορά στα δεκαοκτώ της χρόνια με ένα αγόρι που έχει περάσει μια δύσκολη παιδική ηλικία. Έχει δεχτεί από νεαρός τη βία, με αποτέλεσμα να την αναπαράγει. Σε καμία περίπτωση όμως, αυτό δεν είναι δικαιολογία.


Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, η Θεοδώρα προσπαθεί να επουλώσει ακόμα τις πληγές της παρέα με την κόρη της. Σε αντίθεση με το Μίλτο, η Αγγελικούλα είναι πιο τρυφερή ψυχή και έτσι η μητέρα της δε θλίβεται κοιτάζοντας την. Οι αναμνήσεις αφορούν μόνο τον πατέρα της. Ένα βράδυ λοιπόν, η Θεοδώρα αποφασίζει να ξορκίσει εμπράκτως τους δαίμονες της και αποτυπώνει στις σελίδες του βιβλίου της τον αγώνα της να συνέλθει μετά από μια τοξική σχέση. Όταν αυτό το σύγγραμμα δημοσιεύεται, τραβάει την προσοχή του Μίλτου, ο οποίος επιστρέφει στη ζωή της Θεοδώρας μόνο και μόνο για να την εκδικηθεί.


Στο βιβλίο θα συναντήσει κανείς πολλά ζητήματα που κατά καιρούς μας απασχολούν, όπως η κακοποίηση, οι τοξικές σχέσεις, τα άγχη των νέων ανθρώπων. Θέλοντας να σταθώ στο πρώτο θέμα, να πω ένα μεγάλο μπράβο στη Φωτεινή που θυμίζει για μια ακόμα φορά σε αυτή την κοινωνία ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που υποφέρουν από αυτό το απεχθές φαινόμενο. Όπως είναι γνωστό, αλλά όλοι θέλουν να αγνοούν, ο θύτης είναι πάντα γοητευτικός ώστε να προσελκύει το θύμα του και να μην κινεί υποψίες στους γύρω, ενώ όταν αρχίσει η δράση του, οι τύψεις και η ντροπή κυριεύουν το λάθος άτομο. Η Θεοδώρα χρειάστηκε δεκαοκτώ χρόνια για να αποδεχτεί ότι δεν έφταιγε σε κάτι και πως όσο δύσκολη κι αν ήταν η ζωή του Μίλτου, δεν είχε κανένα δικαίωμα να σηκώσει το χέρι του.


Η γραφή της Φωτεινής είναι σε ένα εξαιρετικό επίπεδο, γεγονός που το γνώριζα και πριν δημοσιευτεί το πρώτο της έργο. Ώριμη για την ηλικία της, πολυδιαβασμένη και συγκροτημένη δίνει στον αναγνώστη ένα έργο γεμάτο λυρισμό και πλούσιο συναίσθημα δίπλα σε κάθε λέξη. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο πραγματεύεται ένα σοβαρό και επίπονο θέμα, υπάρχει μια αθωότητα στο ύφος της Φωτεινής, την οποία ελπίζω να μη χάσει ποτέ. Θυμίζει βιβλία παλαιότερων συγγραφέων, που σκοπό είχαν να υπογραμμίσουν τις ομορφιές της ζωής, ώστε να δώσουν σε όσους αγωνίζονται μια άγκυρα για να κρατηθούν. Αυτή η ωριμότητα και η ελπίδα αντανακλάται και στους χαρακτήρες της, με τους οποίους ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί.


Μέσα από καθημερινές εικόνες λοιπόν, την ομορφιά του ελληνικού τοπίου και τη γλυκιά σχέση μάνας και κόρης, η Φωτεινή Καλλιώρα μπαίνει στον κόσμο της συγγραφής υψώνοντας δυνατά τη φωνή της για χάρη τόσων πονεμένων ανθρώπων. Ελπίζω σύντομα να κρατήσω ένα ακόμα βιβλίο της στα χέρια μου.




Σχόλια

  1. Χαίρομαι ιδιαίτερα Δανάη μου για κάθε σου παρουσίαση. Είναι μια πανδαισία πραγματικά και το χαίρομαι αυτό για σένα. Γιατί εκτός του ότι είναι μια εξαίρετη δουλειά, είναι και γεμάτη από τα προσωπικά σου συναισθήματα.
    Σε ευχαριστούμε ειλικρινά για μια ακόμα ανάλογη καταχώρηση. Καλή βδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να σαι καλά Γιάννη μου. Ελπίζω να βρίσκεις καλούδια να προσθέσεις στη βιβλιοθήκη σου

      Διαγραφή
  2. Αρκετά δύσκολο θέμα, αλλά πόλυ ωραιο ταυτόχρονα! Το βάζω στη λίστα μου Δανάη <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...