Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

ΚΡΑΥΓΕΣ ΣΙΩΠΗΣ


 
ΚΡΑΥΓΕΣ ΣΙΩΠΗΣ, ΤΙΣ ΛΕΝΕ...

Γράφει η Βούλα Γκεμίση

Χείλη σφραγισμένα. 

Κραυγές σιωπής τις λένε. 

Μα, δεν σου δίδαξε κανείς να τις ακούς. 

Δεν σου δίδαξαν τα μάτια να διαβάζεις. 

Δεν αρκέστηκες στη μελωδία της καρδιάς και στον πόνο που προστάζει ο νους. Πολυφορεμένα όνειρα, πλεγμένα σε έναστρους ουρανούς. 

Εγώ σιωπώ και εσύ μιλάς. 

Πάντα μιλάς. 

Με μια φωνή σειρήνα που όσο πάει και θεριεύει μέσα μου και γίνεται η χειρότερη απειλή. Και αν στα δυο μου μάτια μοιάζεις με αγρίμι, παρά τον φόβο μου, μπροστά μου δείχνεις μικρός. Πάντα μικρός και αδύναμος. Ασήμαντος μα αρκετά ικανός να γρατζουνάς με την απειλή τη δική μου λογική που πάντα με προστάζει να τρέξω μακριά από εσένα.

Και εγώ τελικά μένω. 

Δεν το κάνω. Δεν φεύγω παρά την θέληση μου.

Στέκω και σε κοιτώ και νιώθω τόσα δα μικρή. Ανήμπορη μπροστά στο υπερυψωμένο αλλά οργισμένο ανάστημα σου και εκεί σφραγίζω τα χείλη. Αποσιωπώ τις εσωτερικές κραυγές και τις αφήνω να πλέκουν μέσα μου αραχνοΰφαντους ιστούς απόγνωσης. Είναι πολλοί. Τόσο πολλοί που κάνουν τον εσωτερικό μου κόσμο να μοιάζει στοιχειωμένος από όνειρα – φαντάσματα. Ανάμεσα τους αναζητώ συντροφιά και μένω μόνη.

Τώρα μιλάω εγώ. 

Και είχα τόσα πολλά να σου πω τελικά. 

Και αν ακόμα κάποιοι υπηρετούν σαν δούλοι το «η σιωπή είναι χρυσός» εγώ θα πω ότι η λάμψη του χρυσού πολλές φορές θαμπώνει. 

Μεγαλοπρέπεια να ακούς τις σιωπές. Να βλέπεις κάτω από τον χρυσό. Να αφουγκράζεσαι την μοναξιά που πολύ εύκολα αποτυπώνεται στο βλέμμα. Μεγαλοπρέπεια να ανοίξεις τα δυο σου χείλη και να αφήσεις την λύτρωση επιτέλους να σε πιάσει από το χέρι χαράζοντας σου την αίσθηση ότι δεν είσαι ποτέ μόνη γιατί είμαστε τελικά τόσες πολλές κραυγές μαζεμένες που το μόνο που αποζητούν είναι την αποδέσμευση από την απελπισία που σαρώνει τα πάντα. 

Σχόλια

  1. Συγκλονιστικό!
    Βούλα μου ένα μεγάλο μπράβο απ την καρδιά μου καλή μου φίλη. Για το θέμα, για τη γραφή, για το ύφος. Για την ωριμότητα που δείχνει η συγγραφή σου. Για τη δύναμη των συναισθημάτων σου.
    Υποκλίνομαι στο κείμενό σου από καρδιάς.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ ευχαριστώ Γιάννη μου... Εμπνευσμένο από τα γεγονότα των ημερών...

      Διαγραφή
  2. Κραυγή αγωνίας, από έναν νέο άνθρωπο, που έχει συγκλονιστεί από την βρωμιά, που υπάρχει στον κόσμο τον μεγάλων. Κραυγή και όχι σιωπή, πολλές κραυγές έναντι όλων αυτών των αρρωστημένων που νομίζουν ότι η "λάμψη τους" τους δίνει δικαίωμα να καταστρέφουν το πιο όμορφο εφόδιο με το οποίο ξεκινάς τη ζωή. Τα όνειρα!
    Την Καλημέρα μου, Βούλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα και σε εσάς!
      Θα συμφωνήσω απόλυτα! Κραυγές που αργά ή γρήγορα αφυπνίζονται!
      Ευχαριστώ για το υπέροχο σχόλιο!!!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...