Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Κι αν δεν πρόλαβες...

        Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει;  Δε θα τα δεις, δε θα τα μυρίσεις. Θα μείνουν εκεί, σ' ένα βάζο χρησιμοποιημένο από πολλούς, πριν από μένα, μετά από μένα, γεμάτο νερό που μυρίζει πάντα το ίδιο. Απώλεια.  Μεγάλη Εβδομάδα. Των Παθών. Για Εκείνον ήταν κάποιες ώρες, κάποιες μέρες. Για πολλούς από εμάς είναι πολύ περισσότερο. Πάθη και λάθη. Σταύρωση και Αποκαθήλωση. Ένα τελευταίο τσιγάρο κάθε φορά, κάτω από έναν διαφορετικό σταυρό κάθε φορά, η ίδια ερώτηση κάθε φορά. Γιατί τώρα; Γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί σ' αυτή τη στροφή του δρόμου κι όχι λίγο παρακάτω, στην επόμενη; Κι αν Εκείνος αποκαθηλώθηκε, αναπαύθηκε, αναστήθηκε, υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που παραμένουν σταυρωμένες, κάτω από έναν ουρανό που δε θα σκιστεί ποτέ οργισμένος, πάνω σε μια γη που δε θ' ανοίξει ποτέ να καταπιεί τα γιατί και τα πώς. Κι εμείς απλά καθόμαστε εκεί, στο χώμα που πότισαν αυτές οι σιωπηλές ερωτήσεις που ποτέ δε βγήκαν απ' τα χείλη μας, γιατί πιστεύαμε...

Θέλω να γυρίσω στα παλιά (Γράφει η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΛΟΓΝΩΜΑ)



 "Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά..." 

 Απέφευγα για χρόνια να περνώ από την παλιά μου γειτονιά, σπάνια μ' έβγαζε κι ο δρόμος μου προς τα κει, λες και το αόρατο όριο που πέρασα φεύγοντας, χρόνια πριν, έγινε ένα εξώκοσμο εμπόδιο, για να προφυλάξει την καρδιά μου από τα μικρά ραγίσματα της νοσταλγίας. 

Τα παλιά... Όταν έχεις πια διανύσει αρκετές δεκαετίες ζωής και κοιτάζεις πίσω, τίποτα δεν είναι πλέον το ίδιο. Οι δρόμοι που περπατούσες ξανά και ξανά μοιάζουν μικρότεροι, πιο στενοί, ειδικά εκείνος ο ένας που κάποτε αρνήθηκες να τρέξεις, κτήρια, που τότε ήταν σχετικά καινούργια, τώρα έχουν ποτίσει με την πατίνα του χρόνου και νέα έχουν εμφανιστεί, που δεν τ' αναγνωρίζεις, σου είναι ξένα. Όλα είναι ξένα. Το παρκάκι όπου έβγαζες τον σκύλο σου βόλτα, αφορμή για να συναντήσεις στα κρυφά τον πρώτο σου έρωτα, εκείνο το παγκάκι που είχε ακούσει τα μυστικά που μοιραζόσουν με τις φίλες σου, ο ίσκιος της πόρτας που κάποιος σου έκλεψε το πρώτο σου φιλί. Περνάς κάτω από το παλιό σου σπίτι και κοιτάζεις το μπαλκόνι που είχες χαράξει με τα πέρα δώθε σου, ψάχνεις τις γλάστρες που δεν είναι πια εκεί, γεράνια, κόκκινα και ροζ που φύτευε κάθε χρόνο ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει πια. Κοιτάζεις τη γωνία του, εκεί που στηνόσουν για ν' ακούσεις, τέσσερα τετράγωνα μακριά, την καρδιά σου να έρχεται μαρσάροντας. 

Αν τολμούσες μια μέρα να χτυπήσεις την πόρτα αυτού του σπιτιού, που τώρα στεγάζει άλλους, και ζητούσες να μπεις, ο στρόβιλος της νοσταλγίας θα σε παρέσερνε και τελικά θα σε πετούσε σε μια γωνιά χωρίς ανάσα. Κι από εκείνη τη γωνιά θα έβλεπες πρόσωπα που έχουν φύγει και δεν πρόκειται να επιστρέψουν, να μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια που επίσης θα σου φαίνονταν πιο μικρά, γιατί τώρα μεγάλωσες, ο κόσμος σου μεγάλωσε και το παρελθόν στένεψε επικίνδυνα. Αναρωτιέσαι αν στο παλιό σου δωμάτιο υπάρχουν ακόμα στους τοίχους τα σημάδια από τις αφίσες του αγαπημένου σου τραγουδιστή, αν αυτοί οι τοίχοι μαρτύρησαν στους επόμενους ενοίκους τους τα μυστικά σου, τις νύχτες που έκλαψες και το γιατί. Ίσως αν ξύσεις με τα νύχια τη νέα μπογιά, από κάτω να βρεις την τρύπα από το καρφί απ' όπου κρεμόταν το σταυρουδάκι πάνω απ' το κρεβάτι σου. Θα ψάξεις στα μαρμάρινα δάπεδα το μακρύ καλώδιο του σταθερού τηλεφώνου που όλοι το πήγαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο και όλοι διαρκώς το έψαχναν. Θα χαϊδέψεις τις πληγωμένες πόρτες που κάποτε βροντούσες με δύναμη, γιατί τα εφηβικά σου νεύρα έπρεπε κάπου να ξεσπάσουν. Θα σταθείς μπροστά στο παράθυρο, κάτω απ' το οποίο βρισκόταν το γραφείο σου, εκεί που ξενυχτούσες διαβάζοντας για τις πανελλήνιες και μόλις χάραζε άκουγες τα ξυπνητήρια απ' τα άλλα διαμερίσματα και τότε πήγαινες για ύπνο, αφού η νύχτα ήταν πια φίλος κι η μέρα δύσκολη να την αντέξεις. Κάθε τοίχος και σημάδι, κάθε πόρτα και μυστικό, άλλα τα πήρες μαζί σου, άλλα έμειναν πίσω μ' αυτούς που έφυγαν. Το καλώδιο της παλιάς σου ζωής έχει πια ξεφτίσει.

Δε θα το κάνεις, όμως, δε θα χτυπήσεις ποτέ την ξένη πόρτα, που τώρα πια περνάς το κατώφλι της μόνο στα όνειρά σου. Ποιος θα σου ανοίξει, θα σε περάσουν για τρελή. Κι έτσι αρκείσαι στο να περάσεις έξω από το παλιό σου σχολείο, που τότε ήταν κι αυτό καινούργιο, μόνο που τώρα έχεις παλιώσει κι εσύ. Ξέρεις ότι οι δάσκαλοί σου μάλλον δε ζουν πια, ότι τα παιδιά που βλέπεις στην αυλή είναι πολύ διαφορετικά, δεν αναγνωρίζεις κανέναν πλέον, άλλοι μετακόμισαν, άλλοι έκλεισαν τα μάτια τους για πάντα. Τα μαγαζιά όπου ψώνιζες, και όλοι σε ήξεραν με το μικρό σου όνομα, δεν υπάρχουν. Στις τζαμαρίες όσων είναι εδώ και χρόνια κλειστά αναγνωρίζεις τα κιτρινισμένα αυτοκόλλητα, οι άλλοτε φωτεινές πινακίδες τους έχουν σβήσει, τις κοιτάς και κάτι μέσα σου σβήνει ξανά και ξανά και ξανά. Λες στον εαυτό σου πως ό,τι σε πνίγει εκεί δεν είναι παρά η φθορά του χρόνου, αλλά μεγαλύτερο ψέμα απ' αυτό δεν υπάρχει. Σε πνίγουν οι αναμνήσεις, σε πνίγει η απουσία, σε πνίγουν τα γιατί και τα πώς που άφησες πίσω, μιας και απαντήσεις δε θα έπαιρνες ποτέ τελικά. 

Αν σ' αφήσουν να διαβείς με τα μάτια δεμένα αυτούς τους δρόμους, μπορεί να μη σκοντάψεις σε τοίχους, σε πεζοδρόμια, στο καινούργιο φανάρι που έβαλαν στο στενό και το είδες και γέλασες. Στην άσφαλτο, στις πλάκες των πεζοδρομίων, υπάρχουν τα χνάρια σου, θα τα βρεις, ακόμα κι αν η νέα άσφαλτος έχει καλύψει την παλιά και οι πλάκες είναι καινούργιες, αφού τις παλιές τις σήκωσαν οι ρίζες του δέντρου που πίσω του κρυβόσουν και δεν υπάρχει πια. Το έκοψαν κι αυτό. Και τελικά, στο μόνο πάνω στο οποίο σίγουρα θα σκοντάψεις, θα είναι εκείνο το κομμάτι της καρδιάς σου που άφησες εκεί, θα είναι τα παιδικά σου χρόνια κι η εφηβεία σου, η σκόνη του δρόμου που πάνω της φευγαλέα σύρθηκε η ουρά του νυφικού σου, όταν έφυγες από κει για πάντα. Θα σκοντάψεις σε όσα αγάπησες, σε όσα έκλαψες, σε όσα ήθελες να φωνάξεις και τελικά έπνιξες. Θα σκοντάψεις στο δρομάκι που κάποτε ο πατέρας σου σε είδε να καβαλάς μηχανάκι και σ' έβαλε να του υποσχεθείς πως δε θα το έκανες ξανά. Συγγνώμη, μπαμπά, ακύρωσα την υπόσχεσή μου την επόμενη κιόλας μέρα και στη συνέχεια ακύρωσα κι άλλα, όμως δεν ακύρωσα ποτέ το ποια ήμουν εκεί, γιατί ένας μικρός, αόρατος ίσκιος μου θα σέρνεται για πάντα τις νύχτες στο κομμάτι της παλιάς μάντρας που ακόμα στέκει όρθιο.

Απλά, ξέρεις, πονάει λίγο το να γυρίζεις στα παλιά, όταν τα μισά από αυτά δεν είναι πια εκεί. 

"Θέλω να γυρίσω να σε βρω, ένα βράδυ είναι αρκετό..."

 
 
 
 





Σχόλια

  1. Μπορώ να μη σχολιάσω τίποτα, αλλά εσύ να καταλάβεις, σωστά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αχ βρε Ελευθερία μου! Πόσο αλήθεια αγαπώ αυτή σου την πένα! Πόσο γεμίζει συναισθήματα η γραφή σου, την καρδιά μου. Ειδικά σε ένα θέμα, που πονάει και μένα πολύ. Μνήμες, νοσταλγία, παιδικοί, νεανικοί χώροι, πατρικό σπίτι.
    Δίνεις λέξη προς λέξη όλο αυτό το πανάκριβο ανθρώπινο αίσθημα του αποχωρισμού και της νοσταλγίας στο χρόνο. Είναι παράξενο τελικά. Ακόμα και σε χρόνο, που έχουμε πονέσει ή δεν περνούσαμε καλά, ακόμα και τότε, οι μνήμες είναι καθάριες, απαλλαγμένες από την οδύνη.
    Έχασα το πατρικό μου σπίτι, το ξέρεις. Εδώ και καιρό. ΕΥΤΥΧΩΣ το έχασα αφού πρόλαβα πρώτα να το κατεδαφίσω. Έτσι αυτό, που συναντώ σήμερα στη θέση του, δεν έχει τίποτα από εκείνο το "δικό μου", το πατρικό. Δεν με συγκινεί, δεν μου προκαλεί παρά μονάχα ένα κενό. Ένα απόλυτο κενό. Το δικό μου πατρικό σπίτι πέθανε, (ίσως καλύτερα) και έμεινε μόνο στις φωτογραφίες και στην ψυχή μου. Όμως η ήττα αυτή και ο αποχωρισμός είναι επώδυνος.
    Καλησπέρα καλή μου φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω νιώθω τον πόνο σας. Ο,τι είναι δεμένο με τα παιδικά μας χρόνια, πάντα πονάει περισσότερο!
      Ευχαριστώ και τα φιλιά μου!

      Διαγραφή
    2. Εμείς ευχαριστούμε, Ελευθερία μου για αυτό το όμορφο, που βγάζεις απ' την ψυχή σου με τη γραφή σου.

      Διαγραφή
  3. Τι ήταν αυτό ρε συ Ελευθερία; Τι μας έκανες; ποσο υπέροχα θλιβερό είναι αυτό σου το κείμενο. Δεν νομίζω ότι σ έχω συνηθίσει σε κάτι τέτοιο αλλα να σου πω την αλήθεια, δεν εκπλήσσομαι που μπορείς και το κάνεις και αυτό εξαιρετικά! Και θα συμφωνήσω απόλυτα, οσο κι αν θέλω μα γυρίσω στα παλιά πολλές φορές, αυτή η απουσία θα με έπνιγε! Και κάτι τελευταίο, μπορεί να μην έφυγα με νυφικό απο τη γειτονιά μου αλλα εσυ τα κατάφερες και με έκανες να ταυτιστω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Είναι άσχημος ο Κόσμος του Βιβλίου

  "Είναι ένας άσχημος, άσχημος κόσμος αυτός του βιβλίου" Το σημερινό άρθρο δεν θα είναι ευγενικό. Οφείλω να σε προειδοποιήσω. Δεν θα έχει στρογγυλεμένες γωνίες ούτε μισές αλήθειες. Γιατί; Γιατί θίγεται ένα κομμάτι -και άτομα- που προσωπικά κρατώ πολύ κοντά στην καρδιά μου. Κι έτσι, δεν υπάρχει χώρος για μισόλογα. Αν μιλήσουμε σήμερα, αν επικοινωνήσουμε, θα είναι καθαρά. Όσα θέλω να πω και όσα θέλεις να πεις κάτω στα σχόλια. Και σου υπόσχομαι να σε ακούσω, αν κάνεις το ίδιο. Πάμε λοιπόν. « Ο κόσμος του βιβλίου είναι άσχημος… » λένε κάποιοι. Οκ λοιπόν. Ας το πιάσουμε από την αρχή του, για να δώσουμε μια ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό. Ο κόσμος του βιβλίου συχνότερα αναφέρεται στους ανθρώπους του, κυρίως τους συγγραφείς και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Πισώπλατα μαχαιρώματα, στημένες κριτικές σε όλο το φάσμα -από αρνητικές έως υπερθετικές και εντελώς πλασματικές αμφότερες- λυκοφιλίες, δημόσιες σχέσεις και «PR-ιλίκια» έρχονται να συνοδεύσουν και να εμβαθύνουν στην αρχική κατηγο...

Κι αν δεν πρόλαβες...

        Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει;  Δε θα τα δεις, δε θα τα μυρίσεις. Θα μείνουν εκεί, σ' ένα βάζο χρησιμοποιημένο από πολλούς, πριν από μένα, μετά από μένα, γεμάτο νερό που μυρίζει πάντα το ίδιο. Απώλεια.  Μεγάλη Εβδομάδα. Των Παθών. Για Εκείνον ήταν κάποιες ώρες, κάποιες μέρες. Για πολλούς από εμάς είναι πολύ περισσότερο. Πάθη και λάθη. Σταύρωση και Αποκαθήλωση. Ένα τελευταίο τσιγάρο κάθε φορά, κάτω από έναν διαφορετικό σταυρό κάθε φορά, η ίδια ερώτηση κάθε φορά. Γιατί τώρα; Γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί σ' αυτή τη στροφή του δρόμου κι όχι λίγο παρακάτω, στην επόμενη; Κι αν Εκείνος αποκαθηλώθηκε, αναπαύθηκε, αναστήθηκε, υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που παραμένουν σταυρωμένες, κάτω από έναν ουρανό που δε θα σκιστεί ποτέ οργισμένος, πάνω σε μια γη που δε θ' ανοίξει ποτέ να καταπιεί τα γιατί και τα πώς. Κι εμείς απλά καθόμαστε εκεί, στο χώμα που πότισαν αυτές οι σιωπηλές ερωτήσεις που ποτέ δε βγήκαν απ' τα χείλη μας, γιατί πιστεύαμε...

Δεν είναι Κριτική, είνα η Γνώμη μου!

  Μοιάζει τα τελευταία χρόνια να φοβόμαστε τη λέξη « κριτική », τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους κύκλους των social media . Όλο και λιγότεροι δημιουργοί χρησιμοποιούν τη λέξη για να τιτλοφορήσουν τις αναρτήσεις τους, ή αντίστοιχες σύνθετες λέξεις που παλιά συνηθίζονταν, όπως η « βιβλιοκριτική ». Πέραν αυτού του γεγονότος, υπάρχει και σθεναρή αντίσταση σε όσους χρησιμοποιούν ακόμη τον όρο. Πολλές φορές, μάλιστα, υψώνονται επιχειρήματα -αδιαπέραστα σαν το Σινικό Τείχος- πως για να κάνεις κριτική πρέπει να κατέχεις μια συγκεκριμένη ιδιότητα, η οποία θα πρέπει και να αποδεικνύεται. Σε παλαιότερο άρθρο στο παρόν blog είχα τοποθετηθεί εν μέρει, υποστηρίζοντας πως το βιβλίο, πέραν της πνευματικής και καλλιτεχνικής του υπόστασης, αποτελεί ένα προϊόν το οποίο διατίθεται προς πώληση· ως εκ τούτου, εμπίπτει σε όσα υπόκεινται στην κριτική (ή στην κρίση) του αγοραστικού κοινού, όπως κάθε άλλο προϊόν. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι αυτό το έχουμε θίξει ξανά, θέλω αυτή τη φορά να το προσπεράσουμε και να επ...