Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Απόσπασμα από τη διλογία " Ίχνη στην Έρημο" (Αμμοθύελλα - Όαση) Εκδόσεις Υδροπλάνο, της Ελευθερίας Καλογνωμά




«Μην κοιτάξεις πίσω. Μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω…»

Δεν το κάνω. Κοιτάζω μόνο μπροστά κι ανοίγω το βήμα. Αγνοώ τις φωνές πίσω μου, σαν να μην υπάρχει κανείς. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό. Ελικόπτερα με τους προβολείς τους αναμμένους, σαν φωτεινές πεταλούδες της νύχτας, είναι παντού. Γνώριμος ο ήχος. Οι έλικες τους αρχίζουν να επιβραδύνουν, γυρνούν όλο και πιο αργά, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταματούν γύρω μου, ακινητοποιούνται στον αέρα, όλα μοιάζουν στάσιμα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν ακούω τίποτα πια. Ανοίγω την παλάμη μου και κοιτάζω αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο  που με συνδέει με το πίσω. Το αφήνω να πέσει στο γρασίδι. Αυτό ήταν. Όλα σταματούν... Άνθρωποι, ήχοι, όλα. Μόνο εγώ συνεχίζω.

«Μην κοιτάξεις πίσω!»

Στρέφω το βλέμμα δεξιά. Κόκκινο, απέραντο, ακίνητο κόκκινο που σε καλεί να βουτήξεις μέσα του. Χαμογελώ. Δεν το φοβάμαι πια. Ούτε αυτό, ούτε τα ελικόπτερα πάνω απ' το κεφάλι μου. Εξάλλου είπαμε, δεν κινούνται πια.

Μόνο το μπροστά υπάρχει. Μια πόρτα που πρέπει να περάσω και φτάνω σ' αυτήν, όμως πριν διαβώ το κατώφλι της, κοιτάζω τελικά για μια στιγμή πίσω. Ξέρω τι αφήνω, ξέρω πού πάω, ξέρω και το γιατί.

«Τζάσμιν!»

Μια φωνή, μια γνώριμη φωνή δίπλα μου με κάνει να γυρίσω το κεφάλι. Είναι εκεί, με το ζεστό του χαμόγελο, τα κοκκινόξανθα μαλλιά, τα γκρίζα μάτια και το δυνατό κορμί. Η στολή του είναι καθαρή, ούτε μια κηλίδα πάνω της. Με πλησιάζει και μου απλώνει το χέρι.

«Δεν κάνεις πίσω, ε;» με ρωτάει, αλλά ξέρει την απάντηση. «Ξεροκέφαλη!» λέει πειρακτικά. «Δε μ' άφηνες με τίποτα να φύγω».

«Πώς μπορούσα;» τον ρωτάω και τον κοιτάζω θλιμμένα. «Μου είχες υποσχεθεί έναν ουρανό…»

«Το ξέρω. Ήθελα τόσο πολύ να βρω αυτόν τον ουρανό για σένα. Συγνώμη που δεν τα κατάφερα. Όμως, τον βρήκες μόνη σου. Γιατί τον αφήνεις πίσω;»

«Πρέπει, εσύ με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Πες μου πως με καταλαβαίνεις!»

Μου γνέφει θετικά και μου τείνει πάλι το χέρι. Απλώνω το δικό μου και τα δάχτυλά μας μπλέκονται. Μου χαμογελάει πλατιά και προχωρά, τον ακολουθώ.

«Εμπρός, στρατιώτη Μίτσελ!» μου λέει. «Κάνε αυτό που πρέπει».

Αφήνει το χέρι μου και με σπρώχνει δυνατά μπροστά, όλα αρχίζουν και πάλι να κινούνται γύρω μου, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, όπως όταν κοιτάζεις έξω απ' το παράθυρο ενός τρένου και νιώθεις πως εσύ είσαι στάσιμος, ενώ ο κόσμος έξω τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ώσπου στο τέλος, γίνεται μια ευθεία γραμμή.

                                                        *

Μην κοιτάξεις πίσω... Μην τολμήσεις να κοιτάξεις ξανά πίσω, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της. Σήκωσε το κεφάλι. Τα ελικόπτερα πετούσαν και έριχναν τους προβολείς τους πάνω της, τυφλώνοντας την.

Μην κοιτάξεις πίσω!

Προσπέρασε την πισίνα, ήταν φωτισμένη και ήταν κατακόκκινη, ακριβώς όπως εκείνο το βράδυ του γάμου, τότε που την είχε πιάσει κρίση πανικού στη θέα της κι είχε τρέξει έντρομη στο δωμάτιό της, για να τη βρει λίγο αργότερα ο Νόα και να του κολλήσει το όπλο ανάμεσα στα μάτια. Είμαι χειρότερη από σφαίρα, του είχε πει και δεν την είχε πιστέψει. Τώρα, λοιπόν, του αποδείκνυε πως αυτή η σφαίρα είχε περάσει τελικά ξυστά από τη ζωή του. Η ζημιά θα ήταν η μικρότερη δυνατή, ίσα ίσα μια γρατζουνιά. Θα πονούσε, αλλά θα περνούσε, αφού εκείνος θα είχε την οικογένειά του δίπλα του. Κοίταξε την πισίνα και χαμογέλασε. Δε φοβόταν πια, ούτε το κατακόκκινο νερό μέσα της, ούτε τον ήχο των ελικοπτέρων πάνω απ' το κεφάλι της. Δε φοβόταν τίποτα πια.

«Νάταλι!»

Το όνομά της απ' τα χείλη του Άνταμ έφτασε στο αφτί της και τη διαπέρασε ολόκληρη.

Μην κοιτάξεις πίσω, είπε πάλι στον εαυτό της, αλλά δεν άντεξε. Γύρισε. Για μια στιγμή μόνο.

«Άνταμ…»

Στο άκουσμα της φωνής της, εκείνος σώπασε. Η Νάταλι άκουσε για μια τελευταία φορά την αγωνιώδη ανάσα του, έβγαλε το ακουστικό από το αφτί της και το έφερε κοντά στα χείλη της, για να του πει μια τελευταία λέξη πριν το αφήσει να πέσει στο γρασίδι του κήπου, πριν πάψει για πάντα να τον ακούει στ' αφτιά της αλλά, κυρίως, στο μυαλό της, εκεί όπου βρισκόταν διαρκώς από την πρώτη μέρα.

Μην περιμένεις να σου ζητήσω συγνώμη, του είχε πει ξανά και ξανά. Είχε έρθει η ώρα να του τη ζητήσει, λοιπόν, για όλες τις φορές που δεν το είχε κάνει και, κυρίως... για το κενό που άφηνε πίσω της στη ζωή του.

«Συγνώμη...» 

Συγνώμη…Κι έτσι τελείωναν όλα.

Αν πεθάνει κάποιος που αγαπάς, δεν πεθαίνεις κι εσύ; Ω, ναι! Πεθαίνεις με χίλιους θανάτους μαζί σε μια στιγμή, μ' ένα αντίο που τη θέση του πήρε μια αναθεματισμένη συγνώμη! Συγνώμη για ποιο πράγμα; Που τον άφηνε πίσω; Που του είχε γίνει απαραίτητη, που δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη, να ξυπνάει και να κοιμάται χωρίς να ξέρει πως βρισκόταν κάπου εκεί έξω, ακόμα κι αν δεν ήταν κοντά του; Που είχε αποφασίσει πως η ζωή της ήταν λιγότερο σημαντική από όλων των υπολοίπων; Που του είχε παραδοθεί μια μέρα χωρίς ανάσα και τώρα είχε κόψει τη δική του; Με μια συγνώμη τα σβήνεις όλα;

 

 

 

Σχόλια

  1. Αχ πού αλήθεια με ταξίδεψες, αγαπημένη μας φίλη! Με έφερες πίσω, στη λατρεμένη Νάταλι και στον Άνταμ, μαζί και στον Νόα. Σε αυτά τα πρόσωπα, που τόσο μα τόσο αγάπησα στη γραφή σου, στο μεγάλο σου αυτό έργο, που με γέμισε συναισθήματα, αγωνία, δάκρυα, ένταση. Και τι στιγμή διάλεξες!
    Ειλικρινά με έβαλες στον πειρασμό να πιάσω πάλι το έργο σου, απ' την αρχή και να το ζήσω όπως το έκανα στην πρώτη εκείνη ρομαντική εποχή της δικτυακής ανάγνωσης στο wattpad, που τόσο νοσταλγώ.
    Ελευθερία μου, σε ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή η συγγνώμη.... Σαν να την ακούω ΚΆΘΕ ΦΟΡΑ, όποτε διαβάζω το βιβλίο είναι η ίδια η αγωνία της πρώτης φοράς σαν να μη γνωρίζω τη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...