Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Ολόλευκα φτερά

 Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη




Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά και χάνομαι

σα διαβατάρικα πουλιά που φεύγουν μακριά

απ' του βούρκου τα κλαδιά

και χάνονται..


Σε μέρη αμόλυντα, αθάνατα, τερπνά

Κι είναι η ζωή η βιαστική που μου χαρίσανε

δίχως αγάπη, δίχως χάρτη, γιατρειά


Ψάχνει να βρει ένα σκοπό

το παρασύνθημα 

που θα σηκώσει το ανάστημα ψηλά


Μη μου θυμώνεις μάτια μου γλυκά

μη μου θυμώνεις..


Κι είναι οι έρωτες

ολόλευκα φτερά

που ανοίγουν διάπλατα

στου κόσμου το αρχιπέλαγος

με μάτια πάντοτε στραμμένα

στα βαθιά..

Σχόλια

  1. Εμένα γιατί αυτό το ποίημα με ταξίδεψε τόσο; Εσύ τις κέντησες κορίτσι μου τις λέξεις μία προς μία.... Υπέροχο για ακόμα μία φορά!!! 💞

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Κι είναι οι έρωτες ολόλευκα φτερά..."
    Κατερίνα μου, ένα ακόμα αισθαντικό σου ποίημα, που χαϊδεύει τρυφερά τα συναισθήματά μας και ανεβάζει τις συγκινήσεις μας.
    Μπράβο καλή μου φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...