Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Ακούγοντας τη βροχή" ποίημα του Γιάννη Πιταροκοίλη

 Ακούγοντας τη βροχή


Ακούγοντας τη βροχή να πέφτει,
στέκεις εκεί κολλημένος στο νοτισμένο παραθύρι,
καραδοκώντας με το βλέμμα σου τις σταγόνες,
που αρμενίζουν στο δικό τους ταξίδι στο τζάμι.

Ακούγοντας τη βροχή, καρτεράς να δεις ποιο τραγούδι θα διαλέξει.
Θα στήσει τη δική της ορχήστρα πάνω στην ξύλινη στέγη
τα δικά της βιολιά θα 'ναι στα γυάλινα του σπιτιού
και τα κρουστά της στα κεραμίδια της σκεπής.
Και ο ρυθμός θα αφήνεται στην αγκαλιά της.

Πότε είναι ένα απαλό θρόισμα που κάνουν οι λίγες σταλαγματιές,
λες και μετριούνται με τη δική τους συστολή,
ντροπαλές σαν τις μικρές παρθένες κόρες.
Πότε είναι ένα αλέγκρο τραγούδι, με ρυθμό και ήχο ξέχωρο,
με το δικό του ρεφραίν και στίχους.
Πότε γίνεται ένα κρεσέντο από ήχους ξέφρενους, 
να κραυγάζει, να απειλεί, να δυναμώνει,
σε παρασύρει, σε φοβίζει.

Ακούγοντας τη βροχή αναμετριέσαι με τη ζωή έξω απ' το τζάμι,
αυτά που συμβαίνουν έξω από σένα,
γνώριμα μα μακρινά.
Δεν μπορείς να απλώσεις τα χέρια να τα αγγίξεις,
μονάχα να τα δεις, να τα ποθήσεις, να τα ονειρευτείς,
μέχρι και να τα νοσταλγήσεις.

Ακούγοντας τη βροχή, πόσες και πόσες φορές δεν γύρισες με το νου σου
σ' αυτήν την εικόνα της αναπόλησης.
Πόσες φορές δεν θυμήθηκες αυτό σου το βλέμμα ανέκφραστο, γλυκό,
ν' αγναντεύει τον κόσμο γύρω του.
Εκεί σ' αυτό το παράθυρο έκανες το δικό σου στέκι.
Από εκεί το βλέμμα σου έπεφτε στην αυλή, έξω από αυτή,
απλώνονταν στη μάντρα, στο ξέφωτο, στην αλάνα.
Έπαιρνε τις σκέψεις σου και τις έκανε καραβάκι σε πλεούμενα ποτάμια.
Τον προορισμό τον όριζες εσύ, τον έπλαθες με της φαντασίας τον οίστρο,
με τα χρώματα της ψυχής σου, με τα πινέλα της καρδιάς.

Εκεί άπλωνες τις εικόνες του κόσμου σου, τα μικρά σου όνειρα.
Ώσπου τα χρόνια πέρασαν, διάβηκαν.
Άλλα γίνηκαν αλήθεια, άλλα χάθηκαν, άλλα ξεθώριασαν, 
άλλα δοκιμάστηκαν κι απέτυχαν.
Και εσύ ταξίδεψες μέσα σε όλο αυτό. 
Θα 'θελες μα δεν είσαι πια παιδί. 
Και το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι; 
Ότι δεν υπάρχει πια εκείνο το ξύλινο παράθυρο να κρατηθείς,
δεν υπάρχει εκείνο το τζάμι με τις σταγόνες
δεν υπάρχει αυλή να απλώσεις το βλέμμα σου.
Μήτε η αλάνα, που την κατάπιε η ανοικοδόμησις.

Τώρα πια, δεν υπάρχουν οι στέγες που σου τραγουδούσε η βροχή
και το βλέμμα σου αντικρίζει μονάχα τσιμέντο γκρίζο και σιωπή.
Τίποτα από όλα εκείνα που το βλέμμα το παιδικό ατένιζε τότε.

Ακούγοντας τη βροχή τώρα, βλέπεις τις σταγόνες της να ρέουν στο παράθυρο,
για να ενωθούν με τις σταγόνες απ' τα μάτια σου,
για τα δάκρυα της καρδιάς σου.

Το όμορφο εκείνο παράθυρο χάθηκε για πάντα,
πυρπολήθηκε στα ανεκπλήρωτα όνειρα.
Ίσως να το πήρε η βροχή στο ορμητικό της διάβα,
να το έκανε ποτάμι βουερό, όπως το κλάμα σου και το κάλεσμά σου.

Γλυκιά μου βροχή, θα μού πεις ποτέ ξανά το τραγούδι σου;
Θα μού τραγουδήσεις τον καημό σου;
Να σε καρτερέψω γλυκιά μου;
Ή θα γίνω πετρωμένη μορφή κοιτώντας ίσως τον καθρέφτη της Μέδουσας


Σχόλια

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...