Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

Όμορφος κόσμος, αγγελικά «σελιδοποιημένος», από την Ελευθερία Καλογνωμά

 

                                  


 Είσαι αναγνώστης; Είσαι συγγραφέας; Θέλεις να γίνεις συγγραφέας; Βάλε καφέ να τα πούμε.

Συγγραφικός χώρος, κόσμος του βιβλίου. Αγγελικά πλασμένος; Θα μπορούσε, μιας και μιλάμε για τη σφαίρα του πνεύματος, που τόσο απέχει πια από εκείνες τις ρομαντικές -πλέον- εποχές, όπου ένας συγγραφέας ή ποιητής έγραφε σχεδόν χωρίς καμία προσδοκία και ελπίδα να εκδοθεί, απλά επειδή είχε μέσα του το «σαράκι» της συγγραφής. Ξέρεις, τότε που οι εκδότες αναζητούσαν το «διαμάντι», ρομαντικοί και οι ίδιοι πρωτίστως και στη συνέχεια επιχειρηματίες. 

Τότε που δεν υπήρχε η... κλειδαρότρυπα.

Πόσα άλλαξαν…

Ο ρυθμός της εξέλιξης, πιο ανελέητος από ποτέ, έχει επηρεάσει και τον συγγραφικό-εκδοτικό κόσμο. Τα social media είναι ένα σημαντικό -ίσως το μόνο- εργαλείο για έναν συγγραφέα, προκειμένου να προωθήσει το έργο του και αυτό έχει μεν τα καλά του, έχει όμως και τα αρνητικά του. Ο συγγραφέας δεν εκτίθεται πλέον μόνο μέσα από το έργο του, εκτίθεται και ως… προφίλ, μέσα από αναρτήσεις, εικόνες, απόψεις του που τολμά να δημοσιοποιήσει, αφού είναι και άνθρωπος, οπότε γεγονότα, καταστάσεις, προβλήματα τον επηρεάζουν. Ποιος γνώριζε τι έκανε ο Βίκτορ Ουγκό στον ελεύθερο χρόνο του, όσο αυτός ζούσε; Κανείς, αφού δεν υπήρχε τότε αυτή η τεράστια κλειδαρότρυπα που λέγεται κοινωνικά δίκτυα, εκεί όπου ό,τι γράφει… απλά δεν ξεγράφει.

Ο σημερινός συγγραφέας δεν αφήνει σήμερα μόνο το λογοτεχνικό του αποτύπωμα, αφήνει και το διαδικτυακό του που, καμιά φορά, είναι καταλυτικό. Θα μου πεις, ας μην το κάνει. Κι εγώ θα σου πω… δε γίνεται. Γιατί; Μα επειδή ακόμα και οι εκδοτικοί σήμερα (κάποιοι από αυτούς), προκειμένου να επιλέξουν τον επόμενο συγγραφέα που θα εκδώσουν, ανάμεσα στα άπειρα χειρόγραφα που λαμβάνουν, ρίχνουν πρώτα μια ματιά στους «ακολούθους» του υποψηφίου, στο κοινό που ήδη αυτός μπορεί να κουβαλά. Θεμιτό; Σ’ αφήνω να το κρίνεις και να μετρήσεις τις παραμέτρους, όπως τις τάσεις της εποχής, την οικονομική κρίση που ανάγκασε τους εκδότες να δρουν πρώτα ως επιχειρηματίες κι έπειτα ως κυνηγοί ταλέντων, την πληθώρα συγγραφέων σε μια μικρή αγορά όπως η ελληνική (όχι πως στις ξένες αγορές βιβλίων δε συμβαίνουν αυτά) και την τρομακτική δύναμη που πλέον έχουν τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία δημιουργούν τάσεις και ενίοτε κάνουν και πλύση εγκεφάλου.

Κάθε εργαλείο έχει δύο όψεις, αυτήν που εξυπηρετεί και αυτήν που κόβει. Και, συχνά, κόβει βαθιά. Ο συγγραφικός κόσμος είναι πλέον στίβος, όλοι θέλουν να κόψουν το νήμα, να βρουν έναν καλό εκδοτικό που θα στηρίξει και θα προωθήσει το έργο τους, να γίνουν γνωστοί, να αγαπηθεί το πόνημά τους. Ο ανταγωνισμός είναι στη φύση μας κι όποιος ισχυριστεί, σε οποιονδήποτε στίβο κι αν «τρέχει», ότι δεν έχει ζηλέψει έστω και μια φορά κάποιον που τα κατάφερε λίγο πιο εύκολα, λίγο πιο γρήγορα, μπορεί να λέει και ψέματα. Ας μην μπερδεύουμε όμως την υγιή «ζήλια», αυτή που μπορεί να γίνει κίνητρο ώστε να γίνουμε καλύτεροι, με τον φθόνο. Κι αυτός, δυστυχώς, περισσεύει και στον συγγραφικό κόσμο.

Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες συμβάντων που μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα παίρνουν διαστάσεις. Κριτικοί βιβλίων μάλλον δεν υπάρχουν πια, όχι όπως κάποτε, που αρθρογραφούσαν σε εφημερίδες και έντυπα, άνθρωποι που είχαν τα εχέγγυα, είχαν γνώσεις. Σήμερα διατυπώνονται απλά απόψεις, καμιά φορά "κονσερβοποιημένες" (ας είναι καλά η τεχνητή νοημοσύνη), όλοι έχουμε από μία και φυσικά έχουμε κάθε δικαίωμα να τη δημοσιοποιούμε. Βιβλιο-ομάδες και βιβλιο-φιλικά προφίλ (συχνά εμπνεόμενα από αντίστοιχα αλλοδαπά) κονταροχτυπιούνται, τα likes είναι ζητούμενο, όλοι διεκδικούμε τα λίγα λεπτά δημοσιότητας που μας αναλογούν. Εν ολίγοις, κάνουμε όλοι ό,τι μπορούμε, πάντα με σημαία την αγάπη προς το βιβλίο. Ή... έτσι θα έπρεπε να είναι, τουλάχιστον. 

Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η άποψή μας για ένα βιβλίο δε θα «αγκαλιάσει» ή «χτυπήσει» μόνο αυτό, θα αγγίξει πρώτα τον δημιουργό του, οπότε καλό είναι να θυμόμαστε ότι πίσω από τις λέξεις κρύβονται άνθρωποι και εμείς μπορεί να διατυπώσουμε την άποψή μας κρυμμένοι πίσω από ανώνυμα προφίλ, οι συγγραφείς όμως είναι εκεί έξω με το ονοματεπώνυμό τους. Είναι πολύ ασφαλές για ένα ανώνυμο προφίλ να πει τα χείριστα για ένα βιβλίο, να επιτεθεί προσωπικά σε έναν συγγραφέα, κι ας μην έχει προηγούμενα μαζί του, έτσι, επειδή απλά μπορεί ή επειδή έχει τα ψυχολογικά του και θέλει κάπου να ξεσπάσει, όμως ας μην ξεχνάμε κάτι: ο κόσμος, οι αναγνώστες δεν είναι ανόητοι. Μπορεί να έχουν τις προσωπικές τους προτιμήσεις, να αρέσκονται στο τάδε ή στο δείνα είδος βιβλίων, να συμπαθούν περισσότερο ή λιγότερο έναν συγγραφέα, αλλά το βιβλίο που αγοράζουν το τιμούν, πρώτα με τα χρήματα που δίνουν κι έπειτα με τον χρόνο που του αφιερώνουν. Και δεν έχει καμία σημασία για ποιον λόγο διαβάζουν, για να καλλιεργηθούν, να περάσουν τον χρόνο τους, να ξεχάσουν τα δικά τους προβλήματα, να ονειρευτούν. Σε μια εποχή όπου η εικόνα απειλεί να σβήσει τις λέξεις, όσοι ακόμα διαβάζουν, είτε κρατώντας στα χέρια τους ένα έντυπο βιβλίο είτε μέσω μιας οθόνης κάτω από την κουβέρτα, είναι αυτοί που κρατούν τη μαγεία των λέξεων ζωντανή, όπως, από την άλλη πλευρά, κάνουν και οι συγγραφείς.

Υποτιμητικά σχόλια για δημιουργούς, τα έργα τους ή την προσωπικότητά τους, απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί και χολή θα βρίσκουν πάντα απέναντι τούς αναγνώστες, τους υγιείς τουλάχιστον, μιας και αυτοί είναι στο τέλος οι κριτές, αυτοί που θα αξιολογήσουν, όχι απαραίτητα δημοσίως, αλλά κυρίως στην ψυχή τους, ένα βιβλίο. Κι αυτή την αξιολόγηση μπορεί να μην τη μάθουμε ποτέ, να μη δημοσιοποιηθεί ποτέ, αφού ο αναγνωστικός κόσμος δεν περιορίζεται στα κοινωνικά δίκτυα, όπως πολύ εσφαλμένα πιστεύουμε, μιας και, όσοι κινούμαστε σε αυτά, ζούμε και λίγο μέσα σε μια φούσκα, μπορεί ο συγγραφέας να την εισπράξει απλά ως ένα προσωπικό μήνυμα, όμως θα φανεί στις πωλήσεις (τις οποίες ο δύστυχος συγγραφέας δεν έχει τρόπο να ελέγξει, αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία και μάλιστα με δράκους).

Θα κλείσω αυτές τις σκέψεις ως κάποια που διαβάζει από παιδί, μα πλέον και ως συγγραφέας, ως εξής: είναι δύσκολο να κλείσουμε αυτιά και μάτια στα κακώς κείμενα του συγγραφικού κόσμου, μας επηρεάζουν και δε ζούμε κρυμμένοι σε σπηλιές. Έχουμε όμως την επιλογή να κρατήσουμε την απόσταση που μας επιτάσσει η αξιοπρέπειά μας (όσοι διαθέτουμε), να προσπαθήσουμε, με όποιο μέσον έχουμε να διορθώσουμε πράγματα (αν και, κατά τη γνώμη μου, η αξιοπρέπεια διορθώνει από μόνη της πολλά) και τέλος, να χρησιμοποιήσουμε όλα τα σύγχρονα εργαλεία με δύο τρόπους: είτε για να εξυπηρετήσουμε και να εξυπηρετηθούμε, είτε για να κόψουμε και να κοπούμε. Γιατί, αν αποφασίσεις να «κόψεις», κάπου στην πορεία θα «κοπείς» κι εσύ.

Νομοτέλεια, βλέπεις.

Karma is... you know.

         

Σχόλια

  1. Ανοίγεις ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, Ελευθερία μου. Και το κάνεις με τόλμη, χωρίς φόβο και πάθος. Σφαιρική προσέγγιση, με μεγάλο ενδιαφέρον και πολύ σημαντική.
    Να πω περιγραμματικά κάποιες δικές μου σκέψεις πάνω στα λεγόμενά σου και στο θέμα, που σήκωσες:

    Από τη στιγμή, που στο θέμα "έκδοση βιβλίου", μπήκαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τότε ..."βράσε ρύζι"!
    Μιλάμε πλέον για ένα χυλό, Ελευθερία, που ακολουθεί το γενικότερο χυλό, που χαρακτηρίζει αυτόν τον απαίδευτο δικτυακό όχλο. Σκληρή κουβέντα αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των οπαδών των μήντια κατά κεί τραβάει.
    Και άντε τώρα εσύ να σταθείς ως συγγραφέας ή ως ένας απλός άνθρωπος, που θέλεις να εκφραστείς γραπτά και να δοκιμάσεις τα όνειρά σου στον κόσμο του βιβλίου.
    Ο εκδοτικός χώρος, βρίθει από επιχειρήσεις απατεώνες, από λαμόγια, που εκμεταλλεύονται την αγωνία και τα όνειρα νέων ανθρώπων.
    Ένας κόσμος, άκριτου και χυδαίου ανταγωνισμού, χωρίς αρχή και τέλος.
    Πού να ακροβατίσεις εκεί μέσα; Θέλει γερό στομάχι, αρκετή τύχη και θέληση.
    Όντας από τους ανθρώπους, που γράφουν, αποφάσισα να μην μπω ποτέ σε αυτή τη διαδικασία! Είναι και η ηλικία μου. Τι όνειρα τώρα να διεκδικήσω εγώ στα 65 μου; Νομίζω προηγούνται νέα παιδιά. Εγώ μπορώ να μείνω στην αγκαλιά της ελεύθερης δημοσίευσης, να απολαμβάνω τη μοναδική ρομαντική σχέση, όπως την ξεκινήσαμε σε εφαρμογές ελεύθερης δημοσίευσης.
    Προσπαθώ να μπω λίγο και στο πετσί των εκδοτών. Ας το δούμε και από εκεί.
    Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια πολύ μεγάλη προσφορά έργων προς έκδοση. Τόσο μεγάλη, που ο όγκος και ο έλεγχος της όποιας ποιότητας είναι δύσκολα διαχειρίσιμος. Εκεί, οι επιλογές για τις αποφάσεις δεν ξέρω πώς παίρνονται.
    Σε κάθε όμως περίπτωση, θα κλείσω με το δικό σου κλείσιμο. Οφείλουμε να σεβαστούμε το όποιο πνευματικό δημιούργημα κάθε ανθρώπου. Ακόμα και αυτό, που δεν μάς λέει κάτι ή δεν μάς αρέσει. Δεν βλέπω το λόγο της "κίτρινης" κριτικής και της νοσηρής απόρριψης. Αυτό κι αν είναι παθογένεια των μήντια.
    Ελευθερία μου, σε κάθε περίπτωση, εύχομαι σε σένα τα καλύτερα όπως και σε κάθε άνθρωπο, που μπαίνει σε αυτό το στίβο της έκδοσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δύσκολος ο στίβος, ναι, και για γερά στομάχια. Ευχαριστώ πολύ, φίλε Γιάννη, για το σχόλιο.

      Διαγραφή
    2. Πάντα να έχεις δύναμη και έμπνευση, Ελευθερία μου.

      Διαγραφή
  2. συμφωνώ και με το κείμενο, και με αυτά που έγραψε ο Γιάννης παραπάνω. Θα πρόσθετα μόνο, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι, ότι οι περισσότεροι εκδότες μένουν στο βιογραφικό και ούτε ασχολούνται με το κείμενο που τους στέλνεις. Η αυτοέκδοση ανθεί, καλή για ξεκίνημα αλλά δεν είναι η λύση ( κ δεν είναι και πολύ αξιόπιστη).
    Ας μείνουμε φίλοι μου στη χαρά της γραφής και στους λίγους καλούς αναγνώστες που μας αγαπάνε....
    Και για τους νέους: Καλό δρόμο και καλή δύναμη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με κάλυψες απόλυτα, Βασίλη μου! Πόσο όμορφα τοποθέτησες το ζήτημα! Πλέον οι εκδότες κοιτούν την επιφάνεια, τη σύσταση, το περιτύλιγμα. Από την άλλη υπάρχουν και τα ηλεκτρονικά βιβλία, αλλά στην πατρίδα μας ακόμα δεν έχει απλωθεί.
      Οπότε γράφουμε για μας και για τους αγαπημένους μας φίλους στον περίγυρο.
      Καλησπέρα φίλε μου.

      Διαγραφή
    2. Έτσι ακριβώς. Ας μείνουμε στη χαρά της δημιουργίας.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...