Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα"

της Αικατερίνης Χριστοδούλου

Πηγή: Freepik
Πηγή: Freepik

Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι..

Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play.

Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά:

«Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες.

Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν;

Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας;

Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον.

Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέπει να τη βρείτε. Ή να ξεφύγετε.

Τι σας ενώνει; Τι σας χωρίζει; Ποιος πληγώθηκε και ποιος φεύγει τελευταίος;








Σήμερα...

Ένα πρωινό σαν όλα τ’ άλλα. Καφές, ησυχία, λίγη κούραση απ’ τη νύχτα. Κι ύστερα… ένας φάκελος. Χωρίς όνομα, χωρίς διεύθυνση, μόνο η σιωπή του. Κρατάς το πακέτο στα χέρια και ήδη κάτι σφίγγεται μέσα σου. 

Μια προαίσθηση. 

Το ανοίγεις.


Ένα παλιό κασετόφωνο. 

Μια κασέτα.


Πατάς το play.


Η φωνή βγαίνει καθαρή, σχεδόν ψυχρή μα κουβαλάει κάτι ανείπωτο. 

Μια ένταση, ένα δάκρυ που δεν κύλησε ποτέ.


«Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες».


Τίποτα άλλο. 

Ούτε όνομα, ούτε εξήγηση. 

Η φωνή της όμως… σε διαπερνά. 


Δεν είναι απλά ήχος. Είναι μια παρουσία. Μια επιστροφή. Κάτι που δε θάφτηκε ποτέ όπως νόμιζες. Μια παλιά πόρτα που με έναν ψίθυρο, άνοιξε ξανά. 


Μια ανάμνηση που γυρνά

ξυπόλητη στη μνήμη,

με αλμύρα στα μαλλιά

και τον ήχο μιας φωνής

που δεν έμαθε να ξεχνά.


Κάθε λέξη της σε στοιχειώνει. 

Τι εννοεί; 

Λίγες μέρες για τι; 

Για λύτρωση; 

Για τιμωρία; 

Μα γιατί όμως τώρα; 

Γιατί; 

Η μορφή της ξεπηδά στο μυαλό σου.

Η ανάμνηση ζωντανεύει το κορμί περίτεχνα, σαν επιδέξιος τεχνίτης έτοιμος να σμιλέψει το μάρμαρό του.


Την είχες προδώσει, κάποτε, με μια μόνο φράση:


 «Η αγάπη δεν αρκεί. Δεν φτάνει».


Εκείνη το δέχτηκε, χωρίς φασαρία, χωρίς ξεσηκωμούς. Εξάλλου θόρυβο κάνει μόνο το κενό. 

Και χάθηκε. 

Σαν να μην υπήρξε ποτέ. 

Και εσύ την ξέχασες, έχτισες τη ζωή σου με την Έλλη. Μα η ζωή κάποτε δεν σε ρωτά. 

Μόνη της σου δίνει αυτό που σου αναλογεί. 

Ούτε ο Θεός μπορεί να της αλλάξει γνώμη.


Η λέξη «μοίρα» έχει ρίζα στο ρήμα μείρομαι. Παίρνω μερίδιο, συμμετέχω. Μοίρα είναι το κομμάτι που μας αναλογεί στη ζωή. 


Θυμήθηκες τότε τα παραμύθια που της άρεσε να λέει, το γλυκό χάιδεμα της για να σε πάρει ύπνος, καθώς σου διηγόταν τις ιστορίες της.

Σαν τώρα, ακούς τη φωνή της να ψιθυρίζει στο σκοτάδι:


Η Άτροπος, που κόβει το νήμα της ζωής χωρίς δισταγμό. Τα αναλλοίωτα, τα απωθημένα που κουβαλάμε και που καθορίζουν την πορεία μας.

Η Λάχεσις, η τύχη και οι συγκυρίες, οι ματαιώσεις αλλά και οι ευκαιρίες. Οι στιγμές που δοκιμάζουν την ψυχή αλλά και οι δάσκαλοι που συναντάμε.

Και η Κλωθώ, που ύφαινε τα δύο πρώτα, συνδέοντας το αναλλοίωτο με το μεταβαλλόμενο. Τη ζωή που υφαίνεται από τις επιλογές μας και την ευθύνη μας να την υφάνουμε όσο καλύτερα μπορούμε.


Κι εσύ τώρα, μπροστά σ’ αυτή τη φωνή, νιώθεις το βάρος αυτής της ευθύνης. Τα ασυνείδητα κομμάτια σου μιλούν και δεν τα ακούς. Η καρδιά σου χτυπά αλλιώς τώρα. Ο χρόνος δε μετρά πια σε ώρες αλλά σε αναμνήσεις και αποφάσεις.


Θυμήθηκες το καλοκαίρι εκείνο, τη φωνή της να σου λέει:


«Και θα σε ξαναβρώ

στην άλλη ζωή ή σε τούτη,

εκεί όπου ο χρόνος δε μετράει,

κι η σιωπή έχει τη φωνή σου».


Το γέλιο σου, όταν της έλεγες:


«Είσαι παράξενη γυναίκα…

όλο μυστήρια και γρίφους

σαν σελίδα που δεν αφήνει

ποτέ κανέναν να τη διαβάσει ως το τέλος».


Κι εκείνη χαμογελούσε,

όπως μόνο εκείνη ήξερε,

με βλέμμα που έλεγε περισσότερα

απ’ όσα τόλμησες ποτέ να ρωτήσεις.


«Όμως εγώ, με μια σταγόνα αίμα στο στόμα, σου μιλούσα για ανθισμένες λεμονιές».


Κάτι μέσα σου σε τραβά να την ψάξεις. 

Ίσως για να σωθείς. 

Ίσως για να ζητήσεις συγγνώμη. 

Ίσως γιατί, αν δεν το κάνεις, κάτι χειρότερο απ’ την απώλεια σε περιμένει. 

Αυτό το «αν..».


Κι εσύ πρέπει ν’ αποφασίσεις.


Θα την κυνηγήσεις ή θα περιμένεις εκείνη να σε βρει με ό,τι κουβαλά μαζί της;


Το μυαλό θολώνει, η ανάμνηση πονάει..


Κι αν τώρα γύρισε για να σου δώσει αυτό που ποτέ δεν τελειώσατε ή για να σου πάρει πίσω κάτι που κράτησες άδικα;


Ένα μέλλον που στενεύει..


Πόσο αξίζει μια αλήθεια που έμεινε θαμμένη;

Πόση ζωή μπορεί να κρύβει μια δεύτερη «ακρόαση»;

Και πόσος χρόνος μένει, όταν κάποιος τονίζει αυτό το «Λίγες μέρες»;


Η κασέτα σταματά. 

Μα εσύ μόλις ξεκίνησες.

Να θυμάσαι.

Να νιώθεις. 

Να διαλέξεις.


Γιατί αυτή τη φορά, η μνήμη δε σου χτυπά απλώς την πόρτα. 

Σε κοιτάζει στα μάτια.


Τολμάς να την αντικρίσεις;



Αγαπητοί φίλοι και φίλες, αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο:  "Μια ιδέα-μια έμπνευση" #4 που διοργανώνει ο Γιάννης Πιταροκοίλης στον ανωτέρω σύνδεσμο. Η κεντρική ιδέα αναφέρεται στην εισαγωγή.

Νιώθω ιδιαίτερη χαρά για αυτή μου την πρώτη συμμετοχή.
Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας.






Σχόλια

  1. Είναι απίστευτο το πόσο μου είχε λείψει η γραφή σου Κατερίνα. Ο Γιάννης Πιταροκοίλης γίνεται πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Για ακόμα μία φορά έδωσε κίνητρο στο να ξεδιπλώσει την δύναμη της συγγραφής.

    Θα πω ότι διαβάζοντας το κείμενο σου δεν λείπει η ποιητική διάθεση και πάλι ούτε η ρομαντική αίσθηση που νιώθω να παίζει σαν soundrack σε δεύτερο φόντο. Όχι απλά έπιασες τον παλμό αλλά τον ξεπέρασες κιόλας και θα ήθελα πολύ στο μέλλον να κρατάω στα χέρια μου ένα ολοκληρωμένο σου μυθιστόρημα!

    Συγχαρητήρια και στους δύο! Και στη δική σου συμμετοχή αλλά και στον Γιάννη που μας τοποθετεί στην αφετηρία της δημιουργικότητας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βούλα μου γλυκιά! Ο κύριος Γιάννης, όπως σωστά λες, έχει αυτό το μοναδικό χάρισμα να γίνεται σπίθα, να ξυπνά μέσα μας τη φλόγα της δημιουργίας. Η αφετηρία που δίνει είναι πάντα γεμάτη ειλικρίνεια, βάθος και κίνητρο. Το να ονειρεύεσαι ένα μελλοντικό μου μυθιστόρημα είναι για μένα τιμή και πρόκληση μαζί… Ίσως κάποτε να συμβεί..
      Μέχρι τότε σε ευχαριστώ για τη στήριξη και τα ειλικρινή σου λόγια❤️

      Διαγραφή
    2. Θα συμφωνήσω με τη Βούλα, Κατερίνα μου. Θέλω να διαβάσω μια δική σου νουβέλα και νομίζω το έχεις με το δικό σου τρόπο.

      Διαγραφή
  2. Ω αυτό κι αν είναι έκπληξη! Αγαπημένη μου φίλη, Κατερίνα μου, σε ευχαριστούμε πολύ για αυτή σου την αισθαντική βιωματική συμμετοχή στο δρώμενό μας. Πραγματικά πολύ δυνατή. Ένας συνδυασμός ποιητικού και πεζού λόγου για να αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο τα συναισθήματα της ηρωίδας σου.
    Μού άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος, που αναφέρεσαι στον πρωταγωνιστή σου και σε αυτά στα οποία οφείλει να σταθεί απέναντι. Η παλιά κασέτα αποκτά τη φωνή συνείδησης για αυτόν και έχει να επιλέξει.
    Μπράβο κορίτσι μου, πραγματικά εξαιρετικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η «παλιά κασέτα», ναι, εκείνη η φωνή που όλοι κάποτε ακούμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Ήθελα να της δώσω μορφή και δύναμη, και μέσα από αυτό να τιμήσω τη στιγμή της επιλογής, αυτή τη λεπτή αλλά τόσο σημαντική στροφή στην ανθρώπινη διαδρομή.
      Σας ευχαριστώ θερμά για την ενθάρρυνση και τα όμορφα λόγια σας!

      Διαγραφή
    2. Κατερίνα μου, εμείς σε ευχαριστούμε για τη χαρά να σε έχουμε μαζί μας σε αυτό το δρώμενο. Εξαίρετη η έμπνευσή σου με την κασέτα σε ρόλο συνείδησης, πραγματικά. Με άγγιξε πάρα πολύ.

      Διαγραφή
  3. Καλώς όρισες Κατερίνα με την πρώτη σου συμμετοχή στο δρώμενο του Γιάννη.
    Ωραίος και πρωτότυπος ο τρόπος που είδες την κεντρική ιδέα. Και ναι έχουμε πάντα επιλογές, αυτές μας χαρακτηρίζουν άραγε; Μου αρέσει που έβαλες μια θύμηση από το χθες να ζωντανέψει, να αναζητήσει το χώρο που δικαιούται, να οδηγήσει τον ήρωά μας να αναρωτηθεί ίσως πιο έντονα αυτή τη φορά για το ''Αν...'' Αυτό το '' Αν'' που μας στοιχειώνει κάθε φορά σε κάθε επιλογή
    Καλή σου μέρα και καλή συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ θερμά για το καλωσόρισμα και για τα τόσο όμορφα λόγια σου.
      Χαίρομαι πολύ που ο τρόπος που προσέγγισα την ιδέα βρήκε ανταπόκριση. Ίσως τελικά οι επιλογές μας να είναι καθρέφτες του εαυτού μας..!

      Διαγραφή
  4. Πολύ όμορφο διήγημα που περνάει σημαντικά μηνύματα και σε βάζει σε σκέψεις. Μπράβο σου Κατερίνα μου! 💜

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εξαιρετική και πολύ πρωτότυπη η ιδέα σου Κατερίνα να παντέψεις τον ποιητικό λόγο με τον πεζό. Τελειώνεις την πρώτη συμμετοχή σου στο δρώμενο του φίλου Γιάννη με ένα ερωτηματικό και να αφήνεις τον αναγνώστη σου να φαντάζεται το παρακάτω...
    Μου κράτησε το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος ομολογώ, αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση. Μπράβο σου!
    Καλώς σε βρήκα. Να περνάς όμορφα με ότι κάνεις . Καλό σου βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ από καρδιάς για τα τόσο ζεστά και ενθαρρυντικά σου λόγια! Είναι μεγάλη χαρά να βλέπω πως η προσπάθειά μου αγγίζει και κρατά το ενδιαφέρον. Η σύνδεση του ποιητικού με τον πεζό λόγο ήταν ένα μικρό πείραμα ψυχής και χαίρομαι που σου μίλησε.
      Καλώς σας βρήκα! Είναι όμορφο να συναντιούνται οι λέξεις μας σε τέτοιους δημιουργικούς χώρους.

      Διαγραφή
  6. Καλησπέρα Αικατερίνη,
    Εύκολα ταυτίζεται κανείς με τον πρωταγωνιστή. Δεν έχουμε απαραίτητα όλοι τα ίδια "αν" με εκείνον, αλλά όλοι έχουμε ένα δικό μας "αν" σε μια γωνιά της ψυχής.
    Πολύ ωραία η γραφή σου. Μου άρεσε η ροή του κειμένου και η αύρα του. Και μας αφήνεις με μια ερώτηση, γιατί αυτό το "τολμάς" από τον πρωταγωνιστή σου μέχρι κάθε έναν και μία από εμάς, έχει διαφορετική απάντηση.
    Συγχαρητήρια για τη συμμετοχή σου, καλώς ήρθες στο δρώμενο!
    Καλό ξημέρωμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ θερμά για τα λόγια σου! Είναι συγκινητικό να βλέπω πως το κείμενο άγγιξε μια χορδή μέσα σου. Πράγματι, όλοι κουβαλάμε κάποιο «αν» άλλοτε κρυμμένο και άλλοτε κραυγαλέο, που μας στοιχειώνει ή μας ωθεί. Χαίρομαι πολύ που ένιωσες τη ροή και την αύρα του, γιατί γράφτηκε με αλήθεια και εσωτερική ανάγκη.
      Η ερώτηση στο τέλος είναι ανοιχτή, γιατί έτσι είναι και η ζωή, γεμάτη απαντήσεις που αλλάζουν, ανάλογα με την εποχή, τις πληγές και τα όνειρα του καθενός. Χαίρομαι που συμμετέχω σ’ αυτό το δρώμενο, ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται με τόσο σεβασμό και ενσυναίσθηση τις σκέψεις τους.

      Διαγραφή
  7. Πολύ όμορφη οπτική για την ιδέα του Γιάννη, συγχαρητήρια! Είναι σίγουρα κάτι το διαφορετικό γεμάτο λυρισμό και ποίηση! Καλώς μας ήρθες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...