Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Το Καπετανόσπιτο - Γράφει η Ελένη Ζηνονίδη



Το τελευταίο βράδυ που κοιμήθηκα εκεί ήταν τον Αύγουστο του ’15. Είχαμε μαζευτεί πολλοί βλέπετε. Εγώ. Οι γονείς. Οι παππούδες. Τα φαντάσματα. Οι τύψεις -ζώντων και μη. Ίσως επέστρεφα ξανά. Ίσως όταν δε θα ζει κανένας από τους προαναφερθέντες αποφασίσω να μείνω ξανά μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Με τους νεκρούς και τις τύψεις τους τα καταφέρνω καλύτερα. Είναι πιο σιωπηλά όλα όταν είναι θαμμένα. Και οι άνθρωποι… και οι τύψεις τους.

Το Καπετανόσπιτό μας ήταν κάτι σαν ιερό κειμήλιο. Σαν ένα παλιό μπαούλο που από μέσα του βγαίνουν άνθρωποι και αναμνήσεις. Ο παππούς Αυγέρης δεν ήταν ο πρώτος που έζησε εδώ, ήταν όμως εκείνος που φρόντισε να γεμίσει το πετρόχτιστο κειμήλιο των παππούδων του με ζωντάνια και φως. Και αναγκαστικά, όπως συμβαίνει πάντα με τους ανθρώπους… τύψεις.

Ο Αυγέρης ήταν καπετάνιος. Και ως σωστός καπετάνιος που δεν μπορεί να κρατάει ταυτόχρονα το πηδάλιο ενός πλοίου κι ενός σπιτιού, παντρεύτηκε τη Σόφη παραδίδοντας της το πηδάλιο του σπιτιού και της καρδιάς του. Και πολλά χρόνια μετά… ο Αυγέρης άφησε στη Σόφη το Καπετανόσπιτο, την καρδιά του και τις τύψεις ενός παιδιού που δεν κατάφερε να γεννηθεί ποτέ. Το Καπετανόσπιτο σήμερα είναι ακριβώς όπως το απεικονίζουν οι φωτογραφίες του καιρού που ο μπαμπάς μου έκανε τα πρώτα του βήματα εκεί μέσα. Η καρδιά του θείου Αυγέρη αντηχεί ακόμη σε κάθε χτύπο του καφέ ρολογιού στο σαλόνι, σε κάθε ανέμισμα της κουρτίνας στο κεντρικό υπνοδωμάτιο. Και τις τύψεις… η Σόφη τις τσαλάκωσε και τις αντικατέστησε με καδραρισμένες αναμνήσεις πάνω στο σκρίνιο και στο τζάκι.

Το πρώτο καλοκαίρι που αποφάσισα να μείνω μόνη στο σπίτι με τη Σόφη ήμουν 16. Λίγο η γοητευτική απομάκρυνση από τους γονείς, λίγο οι βουκαμβίλιες στα στενά του Ναυπλίου, λίγο ο Θεόφιλος με τη μηχανή του και οι βόλτες που μου έταζε στο τσατ… Καταλαβαίνετε.

Τον Ιούλιο εκείνης της χρόνιάς είχα πάρει τη γενναία απόφαση να ζητήσω από τη Σόφη να μου πει το φλιτζάνι. Καφέ δεν έπινα. Αλλά μια ψυχή που ήταν να βγει… Βλέπετε με έκαιγε να μάθω για εκείνη τη βόλτα που έναν μήνα τώρα ο Θεόφιλος δεν τόλμησε να αναφέρει και είχα ξενερώσει. Στο 2008 ήμασταν, Ήμαρτον δηλαδή με αυτή τη τζάμπα μαγκιά των ανδρών!

Εκείνες τις μέρες δε μέναμε μόνες. Είχαν έρθει στο σπίτι και ο αδερφός της θείας με τη γυναίκα του. Οι παππούδες μου. Οι γονείς του μπαμπά μου. Οι άνθρωποι μου!

«Δε με νοιάζει για τα μαθήματα, τον Θεόφιλο τον βλέπεις πουθενά;!» αγανάκτησα και στρίμωξα το κεφάλι μου δίπλα από εκείνο της Σόφης μπροστά από το μικρό φλιτζανάκι με τα γαλαζωπά λουλουδάκια.

Η γιαγιά πίσω μας έκανε φασαρία ενώ έπλενε τα πιάτα. Κάτι μουρμούριζε ανάμεσα απ’ τα δόντια της, που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε εφόσον είχε ένα αναμμένο τσιγάρο ανάμεσα απ’ τα χείλη.

«Θα σου πω άμα σταματήσει η Νίτσα τη φασαρία».

Το νερό σταμάτησε απότομα να τρέχει και η γιαγιά τίναξε τα βρεγμένα χέρια της στον νεροχύτη. Κάθισε δίπλα μας σκουπίζοντας τα χέρια της στην πετσέτα.

«Α να σε δω τώρα που δεν κάνω παράσιτα τι θα πεις!» σχολίασε ελαφρώς πικρόχολα.

«Θεόφιλο δε βλέπω! Ότι θα αρπάξεις κάνα κρύωμα βλέπω με αυτά που φοράς και σε βαράει ο ανεμιστήρας! Ξεμπλέτσωτη!»

Πήρε στα δάχτυλά της την τσίχλα που μασούσε τόση ώρα και την κόλλησε πάνω στο κουτί με τα κόκκινα Μάλμπορο. Μια συνήθεια της οποίας όσο εγώ δε θα καταλάβαινα ποτέ τον λόγο ύπαρξης, τόσο εκείνη δε θα έκοβε ποτέ.

«Τι κρύωμα λες μωρέ, κατακαλόκαιρο!»

«Καλά λέει! Και η μάνα σου η μαζώχτρα ένα ζακετάκι δεν άφησε να έχουμε, το πήρε και αυτό μαζί της!»

«Γιαγιά δες εσύ!» πήρα το φλιτζάνι και το έδωσα στη γιαγιά.

Άφησε το τσιγάρο της στο τασάκι και έπιασε το φλιτζάνι μου. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα που το περιεργαζόταν ώσπου έσμιξε τα φρύδια της κάπως ενοχλημένη.

«Αυτό εγώ…» είπε και αφού έγλυψε τον δείκτη του χεριού της, κάτι καθάρισε μέσα στο φλιτζάνι. «…δε θα σε αφήσω να το πάθεις».

«Τι ήταν αυτό που έσβησες;» άρπαξα το φλιτζάνι στα χέρια μου.

«Να μη σε νοιάζει! Φερ’ το δω!» τέντωσε το χέρι της αλλά εγώ έχωσα αντιδραστικά το φλιτζάνι μέσα στον νεροχύτη, συγκεκριμένα μέσα στη χύτρα που μούλιαζε.

«Αν δεν έρθει ο Θεόφιλος και φταις εσύ;» τη ρώτησα σταυρώνοντας τα χέρια μου κάτω από το στήθος.

«Αν κάποιος δεν έρχεται, δε θέλει να έρθει, ευθύνεται αποκλειστικά εκείνος! Όχι το φλιτζάνι που δεν το έδειξε! Και αν εγώ δω εκεί μέσα κάτι που δε μου αρέσει, θα το σβήσω επειδή θέλω! Τ’ ακούς, έξυπνη;!»

Είχα πολλές απαντήσεις που έπαιζαν πινγκ-πονγκ στο κεφάλι μου, όμως καμία δεν είχε τον σεβασμό που άξιζε η γιαγιά. Γι’ αυτό προτίμησα μια απλή ειρωνική γκριμάτσα εν είδη «μάλιστα, ό,τι πείτε» για να ξεμπέρδευα. Μα τόσο άμυαλος αυτός ο Θεόφιλος πια;! Τι τα λέγαμε τόσο καιρό;!

Τελικά δεν αρκούσε που η γιαγιά έσβησε τον καφέ μέσα στο φλιτζάνι. Τελικά αυτό που δεν ήθελε να με αφήσει να πάθω το έπαθα. Η γιαγιά πήρε διαζύγιο απ’ τη ζωή λίγους μήνες μετά και ύστερα ακολούθησε και των γονιών μου που πήραν μεταξύ τους. Ένα βράδυ στα κρυφά είχα ακούσει τη μαμά να λέει στη θεία Σόφη πως αν η γιαγιά ζούσε δε θα άφηνε να συμβεί αυτό. Εγώ από την άλλη πιστεύω πως αν η γιαγιά είχε τη δύναμη να κρατήσει τον γάμο του γιου της ενωμένο, τότε θα είχε τη δύναμη να κρατήσει και το σώμα της ζωντανό.

Στο Καπετανόσπιτο πλέον πήγαινα μόνο με τη μαμά. Και δεν έμενε κανείς άλλος εκτός από τη θεία. Ο αδερφός της, ο παππούς, όποτε συζητούσαμε για το σπίτι κατέληγε να κλαίει. Κι έτσι ο παππούς… δεν ξαναπάτησε ποτέ στο σπίτι του Αυγέρη. Η μαμά από την άλλη δεν έχασε καμία επαφή με κανέναν τους. Δεν ήθελε. Δεν την άφησαν. Δε συνέβη.

Απλά το καλοκαίρι του 15’ η Σόφη έσβησε με το δικό της δάχτυλο τα σημάδια μέσα στην κούπα με τον καφέ που της έδειξαν κάτι που δεν ήθελε να πιστέψει. Και τις μέρες που ακολούθησαν είδα τη μαμά μου στη χειρότερη της έκφανση. Την είδα να έρχεται αντιμέτωπη με τη βίαιη σκιά του θανάτου για δεύτερη φορά, την είδα να πέφτει πάνω στο άνευρο σώμα της θείας, να της περνάει ένα γαλάζιο μαντίλι μέσα στην παγωμένη χούφτα της, να μην αφήνει άλλο να την αγγίξει, ούτε καν τον μπαμπά μου που ήταν ανιψιός εξ αίματος. Την είδα να αγκαλιάζει τον νονό μου με τόση ανάγκη να μιλήσει κάπου και να του φωνάζει ανάμεσα από τις κραυγές της πως έχασε τη “μανα” της.

Και τελευταίο που είδα ήταν η οργή στα μάτια της όποτε κοιτούσε τον μπαμπά. Όποτε θυμόταν πως ο μπαμπάς είχε επιλέξει να αγνοήσει το Καπετανόσπιτο, τη Σόφη, τη μνήμη του Αυγέρη στο λευκό ύφασμα των κουρτινών. Πως είχε επιλέξει να σβήσει από το φλιτζάνι του όσα του χαλούσαν την ηρεμία του.

Το τελευταίο βράδυ που κοιμήθηκα στο Καπετανόσπιτο του Αυγέρη και της Σόφης είχα πάει στην κουζίνα να πιω λίγο νερό. Και το σπίτι ήταν σφραγισμένο. Και οι κουρτίνες ανέμιζαν όλες. Και το ρολόι βαρούσε χτύπους. Και μια μασημένη τσίχλα της θείας την επόμενη μέρα πετάχτηκε. Μαζί με το κόκκινο Μάλμπορο.

 

 

Σχόλια

  1. Υπέροχο, Ελένη μου!
    Ένα από τα καλύτερα διηγήματά σου, ένα από τα πιο ανθρώπινα και αισθαντικά διηγήματα, που έχω διαβάσει τελευταία.
    Με προσωπικά, φαντάζομαι, βιώματα που βαραίνουν πάρα πολύ. Με χαρακτήρες δυνατούς, σημαντικούς, που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή μας. Με γλυκιά γλώσσα απλή, καθημερινή. Με ωραίες εικόνες.

    "«Αν κάποιος δεν έρχεται, δε θέλει να έρθει, ευθύνεται αποκλειστικά εκείνος! Όχι το φλιτζάνι που δεν το έδειξε! Και αν εγώ δω εκεί μέσα κάτι που δε μου αρέσει, θα το σβήσω επειδή θέλω! Τ’ ακούς, έξυπνη;!»

    Στάθηκα σε αυτό το απόσπασμα της λεβέντισσας γιαγιάς! Η ευθύνη αυτού που δεν θέλει, αυταπόδεικτη όπως και η δύναμη χαρακτήρα της να επιβάλει το δικό της θέλω και να μην αφήνεται στη μοίρα της.

    Ελένη μου, σε ευχαριστούμε για αυτό το πανέμορφο διήγημά σου, πραγματικά. Τα φιλιά μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι αφάνταστα κύριε Γιάννη που σας άγγιξε τόσο. Ευχαριστώ για τα όμορφα σχόλια!!

      Διαγραφή
  2. Wow, this is incredibly moving. The way you talk about the Captain's House as this living, breathing entity, full of people, ghosts, and regrets it's so powerful. It really captures that feeling of a place holding onto the past. The story about the coffee cup and your grandmother is just heartbreaking. It’s a perfect metaphor for how we try to erase the things we don't want to see, even though they're still there. You really feel the weight of all those unsaid and unresolved things.

    I've got a new post up, and I'd love to know what you think.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Dearly thanks for your comment! I am extremely glad that these simple details achieved the sentimental move I wanted to succeed. I look forward to reading your post!!

      Διαγραφή
  3. This post is really beautiful but also kind of sad. It's so honest about how hard it is to be around family sometimes, and how the past can feel so heavy. I love how they call the house a sacred relic and an old trunk full of memories. It makes me think about my own family and all the stories and regrets that live in our house, too. It's a really touching piece.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πανέμορφο. Έχει μια μελαγχολία που μου αρέσει τόσο πολύ στα κείμενα, ανάμεικτη με λίγο εφηβικό θράσος, ή κάτι τέτοιο. Δεν είμαι σίγουρος πώς να το εκφράσω. Είναι όμως για μένα από τις πιο όμορφες δουλειές σου. Και οι επαναλήψεις με καθήλωσαν. Το σβήσιμο από το φλιτζάνι, οι τύψεις, η τσίχλα, το κόκκινο μάλμπορο... Πραγματικά εξαιρετικό! Μπράβο, Ελένη! Προσωπικά είμαι πολύ περήφανος που σε έχουμε μαζί μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Υδάτινο Φέρετρο

Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ   « Δεν έχω καταφέρει να δαμάσω ακόμα αυτό τον ψεύτικο κόσμο Δεν έχω καταφέρει να συναντήσω ακόμα τους αγαπημένους μου Φύγε θάνατε κι έλα ξανά μετά » .  - Karacaoglan (c. 1606 - 1680) Η Ελενίτσα βάδιζε πλάι στην ακρογιαλιά κρατώντας σφιχτά την κούκλα της. Ο ουρανός από πάνω ήταν γεμάτος χρώματα από τους χαρταετούς που πετούσαν οι συντοπίτες της. Κάπου εκεί βρισκόταν και αυτός που πάσχιζαν να κρατήσουν ψηλά ο πατέρας με τον αδερφό της. Εκείνη όμως είχε κουραστεί και ζήτησε από την μητέρα της την άδεια να κατέβει στην παραλία. «Δεν θα πλησιάσεις το νερό», την είχε συμβουλέψει. «’Κει κοντά είναι και η κυρά Μάρω. Αν δεις κάποιον περίεργο ή πεινάσεις θα τρέξεις κοντά της». Αφού η μικρή υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό,τι της υπέδειξε η μητέρα της, κατέβηκε να απολαύσει την αλμύρα και τον απαλό ήχο του νερού καθώς άγγιζε τα βότσαλα. Λίγη ώρα αφότου βρέθηκε στην παραλία, είδε από μακριά ένα παιδί να κάθεται και να κοιτάζει το νερό θλιμμένο. ...

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...