Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Θεωρία της Σελίδας 99: Το απόλυτο test drive για το επόμενο βιβλίο σου

Εξώφυλλο, οπισθόφυλλο ή κάτι άλλο;   Με ποιο κριτήριο αποφασίζουμε ποια θα είναι η επόμενη αγορά μας σε βιβλία; Πώς μπορεί ο αναγνώστης να σταθεί απέναντι σε ατέλειωτα ράφια -ή πάγκους εκθέσεων- και να αναζητήσει ανάμεσα σε χιλιάδες τίτλους αυτόν που θα του κάνει το κλικ; Ένα κριτήριο για πολλούς είναι το εξώφυλλο και δεν τους αδικώ. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις άλλωστε τη διαδικασία του αποκλεισμού. Βέβαια, το εξώφυλλο είναι κάτι στο οποίο ο συγγραφέας συναινεί, αλλά δεν επιμελείται ενεργά. Μας λέει πολλά για το είδος, αλλά λίγα για την ίδια την ποιότητα του έργου. Επόμενος σταθμός: το οπισθόφυλλο. Εκεί -αν είμαστε τυχεροί- θα βρούμε το «ζουμί» της υπόθεσης. Είναι όμως κάτι σαν το τρέιλερ των ταινιών. Πόσες φορές ένα τρέιλερ μας παραπλάνησε, επειδή η ταινία δεν είχε τίποτα παραπάνω από τις επιλεγμένες σκηνές που είχαμε ήδη δει; Επιπλέον, το οπισθόφυλλο, παρότι συνήθως δουλειά του συγγραφέως, περνάει από κόσκινο από το marketing της εκδοτικής. Οπότε τελικά τι κάνεις;  Ο Ford...

Δεν είναι Κριτική, είνα η Γνώμη μου!

 


Μοιάζει τα τελευταία χρόνια να φοβόμαστε τη λέξη «κριτική», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους κύκλους των social media. Όλο και λιγότεροι δημιουργοί χρησιμοποιούν τη λέξη για να τιτλοφορήσουν τις αναρτήσεις τους, ή αντίστοιχες σύνθετες λέξεις που παλιά συνηθίζονταν, όπως η «βιβλιοκριτική». Πέραν αυτού του γεγονότος, υπάρχει και σθεναρή αντίσταση σε όσους χρησιμοποιούν ακόμη τον όρο. Πολλές φορές, μάλιστα, υψώνονται επιχειρήματα -αδιαπέραστα σαν το Σινικό Τείχος- πως για να κάνεις κριτική πρέπει να κατέχεις μια συγκεκριμένη ιδιότητα, η οποία θα πρέπει και να αποδεικνύεται.

Σε παλαιότερο άρθρο στο παρόν blog είχα τοποθετηθεί εν μέρει, υποστηρίζοντας πως το βιβλίο, πέραν της πνευματικής και καλλιτεχνικής του υπόστασης, αποτελεί ένα προϊόν το οποίο διατίθεται προς πώληση· ως εκ τούτου, εμπίπτει σε όσα υπόκεινται στην κριτική (ή στην κρίση) του αγοραστικού κοινού, όπως κάθε άλλο προϊόν. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι αυτό το έχουμε θίξει ξανά, θέλω αυτή τη φορά να το προσπεράσουμε και να επικεντρωθούμε περισσότερο στον λόγο για τον οποίο απομακρυνόμαστε από τη λέξη «κριτική».

Προσωπικά, καθώς μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις, εντοπίζω δύο αίτια ή γενικές κατευθύνσεις που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να βρούμε τη ρίζα του δεδομένου «προβλήματος».

Το πρώτο -ίσως και το προφανέστερο- είναι η μάστιγα του politically correct. Το κίνημα, οφείλω να ομολογήσω, ξεκίνησε με αγνές προθέσεις και αισθήματα: συμπερίληψη, ευαισθησία, κατανόηση. Παρόλα αυτά, όπως και πολλά άλλα που προσπαθούν να εξομαλύνουν κοινωνικές αδικίες του παρελθόντος, «ξεχείλωσε» σε βαθμό που σε πολλούς πλέον μοιάζει μη βιώσιμο. Καταλήγει στις μέρες μας να αποκλείει και να αποξενώνει περισσότερους από όσους καταφέρνει να συμπεριλάβει, ενώ ταυτόχρονα πολλοί το ακολουθούν υπό τον φόβο της cancel culture. Όχι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά πιστεύουν και προσπαθούν να δρουν συμπεριληπτικά στην καθημερινότητά τους. Παρόλα αυτά, ένα μεγάλο ποσοστό μοιάζει να επικεντρώνεται περισσότερο στο να αστυνομεύει τον δημόσιο λόγο των υπολοίπων, παρά στο να προσπαθεί ουσιαστικά να αλλάξει τον εαυτό του. (Και πάλι, δεν αποκλείουμε το γεγονός κάποιος να κάνει και τα δύο). Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτής της αυξημένης ευαισθησίας, απομακρυνόμαστε από λέξεις οι οποίες -ποτέ από μόνες τους, αλλά πάντα βάσει περιεχομένου- μπορούν να πληγώσουν κάποιον.

Το δεύτερο, και κατ’ εμέ σημαντικότερο, είναι η ευθυνοφοβία. Φοβόμαστε να πούμε ξεκάθαρα ότι κρίνουμε κάτι και προτιμούμε πιο «μαλακές» λέξεις, όπως «άποψη» ή «γνώμη», οχυρώνοντας έτσι τόσο τα λεγόμενά μας όσο και τους εαυτούς μας, σε περίπτωση που σε κάποιον δεν αρέσουν. Κανείς δεν μπορεί να μας στήσει στον τοίχο για μια άποψη η οποία ενδεχομένως δεν είναι κολακευτική· παραμένει εντελώς προσωπική και υποκειμενική, τη στιγμή που η κριτική χρωματίζεται με περισσότερο αντικειμενικές αποχρώσεις. 

"Αν η άποψη είναι η παλέτα των παστέλ, η κριτική είναι σίγουρα τα νέον χρώματα."

Κι εκεί κάνουμε πίσω. Μην τυχόν και πούμε ότι βρήκαμε ένα βιβλίο κακό...

Το πρόβλημα, όμως, και στις δύο περιπτώσεις είναι πως έχει χαθεί η σύνθετη σκέψη. Δικαίως ίσως, όταν μιλάμε για social media όπου δεν μπορείς να αναπτύξεις τον λόγο σου όπως θα ήθελες. Σε μια κουλτούρα γρήγορης κατανάλωσης, όπου τα πρώτα 3-5 δευτερόλεπτα αποτελούν το hook και οι πλατφόρμες δεν εμφανίζουν εξαρχής τίποτα πέρα από τις πρώτες δέκα λέξεις, η εμβάθυνση είναι δύσκολη. Παραμένει, ωστόσο, γεγονός πως δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να θέσουμε ορισμένα λογικά ερωτήματα προτού καταλήξουμε σε συμπέρασμα. Για παράδειγμα: 

  • Ποιος είναι αυτός που ασκεί την κριτική; 
  • Έχει πράγματι κατάρτιση σε κάποιον συγγενικό τομέα ή η κριτική του βασίζεται στην προσωπική του εμπειρία; 
  • Με βάση τις προηγούμενες αναρτήσεις του, είναι κάποιος με τον οποίο συμφωνώ ή ταιριάζω; 
  • Είναι κακεντρεχής η κριτική του ή απλώς δεν μας βρίσκει σύμφωνους;

Τι θα έπρεπε να αναζητάμε συνοπτικά; Αυθεντία, Οπτική, Πρόθεση.

Κάπου στην πορεία, όμως, χάσαμε αυτή τη δυνατότητα. Μείναμε στην πρώτη ανάγνωση και μια λέξη μπορεί να μας κάνει «trigger», χωρίς να έχουμε δει τίποτα άλλο. Γινόμαστε σιγά-σιγά άνθρωποι των τίτλων και στην πορεία «κοπανάμε» τις λέξεις κάτω, μέχρι που πια δεν έχουν βάθος και δεν εξαρτώνται από τα συμφραζόμενα. Τις στεγνώνουμε. Κι είναι κρίμα. Ειδικά για την κριτική, που θα μπορούσε να είναι μια από τις πιο εποικοδομητικές έννοιες.

Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, καθημερινά, συνειδητά ή ασυνείδητα, ασκούμε κριτική στα πάντα γύρω μας. Και κόντρα στην τάση των καιρών, θα πω πως όχι, αυτό δεν είναι αρνητικό. Το πώς θα το κάνουμε, από την άλλη -παρότι δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα της πράξης- είναι ξεκάθαρη ένδειξη χαρακτήρα. Πολλές φορές και πρόθεσης.

Και πριν κλείσουμε ας πούμε και κάτι ακόμη. Κριτική είναι η πνευματική διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης για την εξαγωγή ενός συμπεράσματος, το οποίο τις περισσότερες φορές καταλήγει σε μία από τις δύο αποδεκτές καταστάσεις π.χ καλό ή κακό. Αν φτάνουμε στο σημείο να πρέπει να είμαστε σεφ για να πούμε ότι ένα φαγητό που μας σέρβιραν ήταν ανάλατο, τότε σίγουρα βαδίζουμε σε λάθος μονοπάτια. Και για όποιον βιαστεί να κρίνει το επιχείρημα ως άτοπο, να πούμε πως και η γαστρονομία είναι μια μορφή τέχνης γι αυτόν που την ασκεί. 

Όπως πάντα, είμαστε εδώ για να μοιραζόμαστε απόψεις και σκέψεις. Υπόσχομαι να σε ακούσω, αν το κάνεις κι εσύ. 

Διαβάζουμε, βιώνουμε, μοιράζουμε φως.

· · ─ ·✶· ─ · ·

*Σημείωση: Το άρθρο θα ανέβει επίσης στο προσωπικό μου site και αποτελεί προϊόν αποκλειστικά προσωπικών σκέψεων, θέσεων και απόψεων. Η ανάρτηση στο συλλογικό συγγραφικό blog OneirwnPenes δεν υπονοεί συμφωνία των υπολοίπων μελών με τα παραπάνω.

HarisKofiades BookBlog ➜ 

Σχόλια

  1. It is a very thoughtful point that we have become so afraid of simple words like criticism when they can actually be quite constructive. You are right that anyone can tell if a dish needs more salt without being a professional chef in a fancy kitchen.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Thank you for your feedback. I really think it's important at least to be able to talk about things, even if we decide to disagree on some points. Cause mainly that is what is missing. Open dialogue that promote free thinking and expression!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Κατά Συνθήκη Άγνωστοι

  Άλλη μια Τετάρτη που θα περάσει σφηνωμένη ανάμεσα σε πόρτες, για κλεφτές ρουφηξιές. Δύο, τρεις... Κι ο ήχος του τσιγάρου να σβήνει στο νερό. Βλέμμα μουντό, σαν να κατάπιε τον ουρανό, και βήμα βαρύ -λες και η γη σε τραβά πιο δυνατά σήμερα. Όχι εγώ. Εγώ κρατώ τις λιακάδες των ημερών που πέρασαν. Πού πήγαν οι Τρίτες, αναρωτιέμαι; Όχι οι Δευτέρες. Πού χάθηκαν οι Πέμπτες και οι Παρασκευές; Τα Σάββατα που υπόσχονταν ανάπαυλα κι οι Κυριακές με τις καμπάνες; Πώς ξεμείναμε μονάχα με Τετάρτες; Όχι εγώ. Εγώ έχω όλη τη βδομάδα μπροστά μου ακόμη. Σε είδα κι εσένα να προσπερνάς και να χάνεσαι. Δεν κοιταζόμαστε· είναι κακοί τρόποι. Απλά υπάρχουμε: μορφές στον πεζόδρομο, χωρίς σχήμα. Όχι εγώ. Εγώ πιάνω χώρο. Έχω όγκο. Κι όμως, στα μάτια σου δεν υπάρχω. Ίσως με δεις στον ύπνο σου κάποια βραδιά, κι ούτε και τότε θα με ξέρεις -άλλος ένας άγνωστος, περαστικός σε εικόνες που δεν μου ανήκουν. Θα ήθελα να μην είμαι εγώ, μα δεν μπορώ. Το μόνο παραμύθι που με ξέρει είναι το δικό μου. Και σήμερα είναι Τετ...

«Επιμέλεια Βιβλίου και Συγγραφικά Όχι: Το όριο ανάμεσα στη διόρθωση και την αλλοίωση»

"Και τελικά, ποιον εμπιστεύεσαι; Το ένστικτο ή τον επαγγελματία;" Πριν από χρόνια, είχα μια συζήτηση με μια συγγραφέα η οποία, για κάποιο λόγο, μου εμπιστευόταν συχνά προσωπικά της θέματα. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, μου είπε πως παρέδωσε το έργο της σε έναν εκδοτικό οίκο, ο οποίος το έκανε δεκτό προς έκδοση. Χαρμόσυνο, σωστά; Μια ωραία είδηση, αν μη τι άλλο, τόσο για τον κόσμο του βιβλίου όσο και για την ίδια, που έβλεπε την αρχή του «ουράνιου τόξου», μιας και αυτό θα ήταν το πρώτο της βιβλίο. Λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον, αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν αυτό που κανείς από όσους γράφουμε θα επιθυμούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, το κομμάτι της επιμέλειας και -προς τιμήν του- ο εν λόγω εκδοτικός δεν έμεινε στην ορθογραφική και συντακτική διόρθωση. Ούτε «ξεπέταξε» στα γρήγορα ένα έργο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα συγχρηματοδοτούνταν από τη συγγραφέα, όπως είθισται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Προχώρησε πιο βαθιά, εντοπίζοντας σημεία που θεωρούσε προβληματικά, τα οποία ...