Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)



"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. 

Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: "Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". 

Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. 

Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίματα, βαθουλώματα, σε άλλες όχι τόσα, σε άλλες περισσότερα. Σε μερικές μαμάδες η ζωή προσφέρει ως πανωπλία ένα χαρτόκουτο. Και σε άλλες αλεξίσφαιρα γιλέκα. Και ενίοτε οι μαμάδες στα χαρτόκουτα βγαίνουν πιο άφθαρτες από εκείνες με τη γυαλιστερή στολή. Και εκείνες με τα αλεξίσφαιρα γιλέκα βρίσκονται κρεμασμένες από ψηλά πανέμορφα δέντρα. Από τους άντρες τους."

Η Ζέτα έκλεισε το τετράδιο και το τοποθέτησε πάνω στο γραφείο της, αριστερά απ' το κρεβάτι της. Σταμάτησε το τραγούδι που έπαιζε στα αυτιά της κι έκλεισε το κινητό. Ξημέρωνε η ημέρα της μητέρας. 

Η γιαγιά, αν ζούσε, θα ερχόταν από νωρίς να πιει καφέ με τη μαμά. Θα της έφερνε "για το καλό" 4-5 ροζουλιά τριαντάφυλλα απ' τον κηπάκο της, τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, και αν είχε καλό καιρό τα καθόταν έξω στην αυλή. Θα σηκωνόταν ύστερα η Ζέτα και θα μπορούσε κι εκείνη πια να πιει μαζί τους. Πιο παλιά, όταν η Ζέτα ήταν κάπου στα 6 η γιαγιά έπαιρνε ένα μικρό φλιτζανάκι, έβαζε 2 κουταλίτσες από τον ελληνικό που υπήρχε στην κούπα της γιαγιάς και τον αραίωνε με νερό. 

"Τα νέα οι φίλες τα λένε στον καφέ. Για πες..." 

Έτσι ξεκινούσαν όλα. Τα αστεία και τα σοβαρά. Τα μικρά και τα μεγάλα. Απλά η Ζέτα, όταν η γιαγιά έφυγε..., δεν ήταν σε ηλικία που ο καφές της χρειαζόταν αραίωμα πλέον. Και δεν μπορούσε να ακούσει τις συμβουλές της για τα πιο σοβαρά. Για τα πιο μικρά και πιο μεγαλα. Κρατούσε όμως την παρέα του καφέ με τη μαμά, με τις θείες της, με τον μπαμπά. Και η γιαγιά, κάπως... με κάποιον τρόπο, κατάφερνε να περιφέρεται εκεί με μοναδικό μαμαδίστικο άρωμα της και τις συνήθειες της. Τα καλοκαίρια στην αυλή που έτρωγαν μαζί κομμένο καρπούζι με φέτα μέσα από το γυάλινο τάπερ. Τα παγωτίνια σε σχήμα ροζ καρδούλα με γεύση φράουλα. Τα ψέματα που έλεγε η Ζέτα στην αδερφή της, πως θα έμενε στη γιαγιά για να τη βοηθήσει να βολέψουν τις κουβέρτες, και η μικρή - ώντας μόνο τεσσάρων ετών - δεν καταλάβαινε και το δεχόταν να μείνει μόνο η μεγάλη αδερφή στη γιαγιά. Τα καλοκαίρια ακόμη μύριζαν όπως η γιαγιά: μύριζαν αγιόκλιμα. 

Η Ζέτα άναψε ξανά το πορτατίφ και έπιασε στυλό και τετράδιο. Κοίταξε χαμογελαστά τη θέση στο κρεβάτι δίπλα της. Πέρασε τα δάχτυλα της πάνω από τη βαθειά γραμμή στην πλάτη του άντρα που κοιμόταν, ίσα ίσα χωρίς να τον ξυπνήσει, κι έγραψε κάτι ακόμη. 

"Αλλά είναι μαμάδες και μονοιάζουν, και μοιράζουν, και φωνάζουν, και διατάζουν και διστάζουν, και παίρνουν, και φέρνουν, και δε ζητούν. Και όταν τους δίνεις, σου γελάν πως δε χρειάζεται. Όμως τους δείχνεις πως σου έμαθαν η αγάπη να μοιράζεται. Και είναι μαμάδες και σου κλαίνε τα συγγνώμη όταν εσύ δεν τα ακούς. Και σου μαθαίνουν πως τα όνειρα πετάν με τους αετούς. Και είναι μαμάδες και μυρίζουν "Σ' αγαπω" αληθινά και φωτεινά σαν κίτρινες τουλίπες.

Είναι μαμάδες και ,γιαγιά, είχες δυο δίκια: να έχω χέρια για να γέρνω, ολοδικά μου και όχι δανεικά. Και να έχω δίκιο, κι αν φεύγω να το κάνω κοιτώντας πάντα από ψηλά."

Σκούπισε το δάκρυ που γλίστρησε στο μάγουλο της και έκλεισε πάλι το τετράδιο. Έπρεπε όντως να κοιμηθεί. Είχε να ξυπνήσει το πρωί να πάει στο ανθοπωλείο να πάρει την παραγγελία για τα λουλούδια της μαμάς. 

Είναι μαμάδες και μυρίζουν και ανθίζουν.

Είναι κίτρινες τουλίπες.

Και μυρίζουν "Σ' αγαπώ".


Σχόλια

  1. Τελικά, μάλλον το έχω ξαναπεί, αλλά είσαι παλιά ψυχή εσύ. Και ταυτόχρονα η απόδειξη ότι η ωριμότητα δεν έρχεται πάντα με την ηλικία. Πανέμορφο κείμενο και πόσο ωραίο που ανεβαίνει ειδικά σήμερα στο blog μας! Ένα στολίδι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλό μου κορίτσι, το φως της ψυχής σου, έδωσε ένα όμορφο, τρυφερό και γεμάτο συναισθήματα και συγκίνηση μικρό αφήγημα, που μιλάει άμεσα στις καρδιές. Με συγκίνησες όπως κάνεις πολλές φορές όταν η γραφή σου ξεκινά να ταξιδεύει δημιουργώντας. Να στείλω μια αγκαλιά ευχές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...