Πιο καλή η μοναξιά...
Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..."
Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.
Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμένεις να εμφανιστεί εκείνο το αγόρι που σου σέρβιρε καλαμαράκια το μεσημέρι στο ταβερνάκι μετά το μπάνιο, όταν το αλάτι ήταν ακόμα στα μαλλιά σου και ο ήλιος είχε βάψει τα μάγουλά σου κόκκινα. Στα δεκάξι δε χρειάζεσαι μακιγιάζ, παρόλα αυτά βάζεις λίγη μάσκαρα και περνάς μ' ένα γυαλιστερό λιπγκλος τα χείλη σου περιμένοντας. Και νάτος, πάνω στο ποδήλατό του κάνει κύκλους στο λιμάνι σαν πλανήτης σε τροχιά γύρω απ' τον ήλιο και σε κοιτάζει, δεν τολμά να πλησιάσει, πίσω σου σε μικρή απόσταση περπατούν οι γονείς σου, ανίδεοι για τους τρελούς χτύπους της καρδιάς σου, ανίδεοι για τα φτερά στην πλάτη σου που χτυπούν το ίδιο δυνατά, μα που δε θα τολμήσεις ν' αφήσεις να σε σηκώσουν ψηλά. Δεν ξέρεις ακόμα το όνομά του, θα θυμάσαι όμως για πάντα το πώς σε κοιτούσε, το πώς, μ' έναν μαγικό τρόπο, σαν να συνωμότησε η θάλασσα με τον ουρανό, αργότερα θα τον συναντήσεις στην παραλιακή ντισκοτέκ κι επιτέλους θα μάθεις πώς τον λένε. Ξέρεις πως σε λίγες μέρες θα φύγεις κι αυτός θα μείνει πίσω, μα δεν έχει σημασία την ώρα που με τα καινούργια σου πέδιλα στο χέρι περπατάτε στην αμμουδιά κάτω απ' την αυγουστιάτικη πανσέληνο και σε φιλάει. Η μοναξιά έμεινε στους στίχους και στα καλντερίμια.
Στα δεκάξι, κάτω απ' τον καυτό μεσημεριάτικο ήλιο, χωρίς αντηλιακό με δείκτη 350, αφήνεις την αλμύρα να σε ξεφλουδίσει και πηδάς από βραχάκι σε βραχάκι τραγουδώντας το τραγούδι που δε θα ξεχάσεις ποτέ και που δεκαετίες μετά θ' αναρωτιέσαι γιατί μια παρέα δεκαεξάρηδων τραγουδούσε, αφού ούτε αυτοί ήξεραν τι θα πει μοναξιά.
Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που περάσαν και που τώρα πια θυμάσαι με νοσταλγία που σε κάνει να θες να κλάψεις. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια ξυπόλητα με γεύση παγωτού μηχανής που έλιωνε στα μποφόρ και μυρωδιά καρύδας. Μη μου μιλάς για τα καλοκαίρια που μέσα στο παλιό αυτοκίνητο του πατέρα σου, στο πίσω κάθισμα, χωρίς ζώνες και αερόσακους, έβγαζες το κεφάλι από το παράθυρο κι έκλεινες τα μάτια γιατί ήξερες πως ο άνεμος αγαπούσε τις φακίδες του ήλιου στο πρόσωπό σου. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που το καρπούζι είχε τη γεύση τού πρώτου φιλιού ή και το αντίστροφο. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που με 8 μποφόρ εσύ δεν έφευγες απ' το κατάστρωμα του πλοίου, παρά με δάκρυα στα μάτια προσπαθούσες να φυλακίσεις στο μυαλό σου την εικόνα τού νησιού που απομακρυνόταν, ώσπου έγινε ξανά μια κουκίδα στον χάρτη και μια αντίστροφη μέτρηση μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που πέρασαν και είχαν τον ήχο ενός τραγουδιού: "Να 'ταν πέτρα η μοναξιά..." Πέτρα στεγνή, κυκλαδίτικη, καυτή το μεσημέρι, δροσερή τη νύχτα.
Πες μου μόνο αν σε βρήκε ποτέ η μοναξιά.
Πες μου μόνο αν τώρα πια θα πηδούσες το τοιχάκι, θα έβγαινες στο καλντερίμι και θα στεκόσουν μπροστά σ' εκείνη την παρέα για να τους ρωτήσεις:
"Πώς σας λένε; Υπόσχομαι, ακόμα κι αν ξεχάσω τα πάντα, τα δικά σας ονόματα θα τα θυμάμαι πάντα. Όπως και τις φωνές σας".

Oh man, the part about getting machine ice cream blown all over your new white T-shirt by the wind completely unlocked a memory for me. Being sixteen on holiday was just a totally different level of reckless, no sunscreen, salt crusting on your skin, and getting a massive crush on a guy just because he handed you a plate of calamari at lunch. It’s crazy how you can still vividly smell the coconut oil and taste the watermelon from those years. That ending really twists the knife, though; makes you look at your life now and wonder if you’d still have the guts to jump over the wall and join the crowd.
ΑπάντησηΔιαγραφήMemories of those times are precious and a twisting knife, as you said. Bittersweet taste of a period of our lives, where being reckless and in love was a blessing that won't be back. Thank you for your comment. 💙
ΔιαγραφήΚι ΄όμως, Ελευθερία μου. Υπήρχε και η άλλη πλευρά. Αυτό που τραγουδούσαν τότε οι Pink Floyd, "the dark side of the moon".
ΑπάντησηΔιαγραφήΝαι μπορεί να μην υπήρχε μοναξιά, υπήρχε όμως σε κάποιους, το τονίζω αυτό, μοναχικότητα! Υπήρχε αποκλεισμός, υπήρχε μπούλιγκ, πλήγωμα, παρενοχληση. Υπήρχε η απόρριψη του αδύνατου. Υπήρχε το κενό των αναμνήσεων. Που όλα αυτά που περιγράφεις στο υπέροχο αφήγημά σου, με το δικό σου λυρικό τρόπο, ήταν μια άγραφη λευκή σελίδα χαριού. Κενό αναμνήσεων και εμπειριών.
Ναι, καλή μου φίλη, υπήρχε και η άλλη πλευρά.
Υπέροχο το κείμενό σου, όπως πάντα.
Ναι, υπήρχε και η σκοτεινή πλευρά για κάποιους και υπάρχει πάντα. Ευχαριστώ, φίλε Γιάννη για το σχόλιο σου. Ας κρατήσουμε τις όμορφες νοσταλγικές αναμνήσεις. 😊
ΔιαγραφήΑκριβώς αυτό! Καλησπέρα κοπέλα μου.
ΔιαγραφήΣε κάτι τέτοια μικρά σε έκταση μόνο κείμενα, όχι σε νόημα, ανακαλύπτω ξανά και ξανά γιατί είσαι αυτή που είσαι και γιατί σου αξίζει να φτάνεις όλο και ψηλότερα. Πάνω από το τοιχάκι και όσους τοίχους κι αν εμφανίζονται μπροστά σου. Τόσες αισθήσεις, στριμωγμένες (κι όμως άνετες) μέσα σε τόσο λίγες γραμμές. Είσαι εντυπωσιακή, Ρίτσα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤι να απαντήσω τώρα εγώ;🥹 Χεράκια παντού!
Διαγραφή