Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει; Δε θα τα δεις, δε θα τα μυρίσεις. Θα μείνουν εκεί, σ' ένα βάζο χρησιμοποιημένο από πολλούς, πριν από μένα, μετά από μένα, γεμάτο νερό που μυρίζει πάντα το ίδιο. Απώλεια. Μεγάλη Εβδομάδα. Των Παθών. Για Εκείνον ήταν κάποιες ώρες, κάποιες μέρες. Για πολλούς από εμάς είναι πολύ περισσότερο. Πάθη και λάθη. Σταύρωση και Αποκαθήλωση. Ένα τελευταίο τσιγάρο κάθε φορά, κάτω από έναν διαφορετικό σταυρό κάθε φορά, η ίδια ερώτηση κάθε φορά. Γιατί τώρα; Γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί σ' αυτή τη στροφή του δρόμου κι όχι λίγο παρακάτω, στην επόμενη; Κι αν Εκείνος αποκαθηλώθηκε, αναπαύθηκε, αναστήθηκε, υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που παραμένουν σταυρωμένες, κάτω από έναν ουρανό που δε θα σκιστεί ποτέ οργισμένος, πάνω σε μια γη που δε θ' ανοίξει ποτέ να καταπιεί τα γιατί και τα πώς. Κι εμείς απλά καθόμαστε εκεί, στο χώμα που πότισαν αυτές οι σιωπηλές ερωτήσεις που ποτέ δε βγήκαν απ' τα χείλη μας, γιατί πιστεύαμε...
Γράφει η Αναγνώστου Εύα
Τα σήμαντρα των εκκλησιών χτύπησαν πένθιμα
Οι χαρές στα βάθη του χωριού σταμάτησαν
Οι περιπλανώμενοι έμειναν μετέωροι , τα σώματα τους στήλες άλατος
Χιλιάδες πουλιά πέταξαν πάνω από τον γκρίζο ουρανό
Δέντρα που λυσσομανούσαν για μια θέση στην ζωή
Ρίζες βαθιά χωμένες στην γη
Νύχια γαμψά από κοράκια που μόνη τους ευχαρίστηση να τρέφονται
από τις σάρκες των καταραμένων
Το μελαγχολικό της πρόσωπο έμεινε ανέκφραστο
Κρυμμένο πίσω από τις επιβλητικές κουρτίνες
Αόρατο από τα άγνωστα μάτια που πάση θυσία ήθελαν να παρεισφρήσουν στην ζωή της
.
.
Τα γαλανά μάτια της μετετράπηκαν στο χρώμα του γραφίτη
Τα δόντια της έγιναν πιο αιχμηρά ουρλιάζοντας στην μέση του άδειου σπιτιού
Τα δόντια της έγιναν πιο αιχμηρά ουρλιάζοντας στην μέση του άδειου σπιτιού
Χιλιάδες δαίμονες σκαρφάλωσαν στο καταραμένο δέρμα της
Τους ένιωθε να τρυπάνε σαν βελόνες κάθε σημείο του
Να εισχωρούν στο ήδη διαταραγμένο της μυαλό
Βλασφήμια βγήκε από τα ματωμένα της χείλη
Η σκέψη της λεπίδας πάνω από τις φλέβες της
Η εξορία της από τον παράδεισο
Ένας ακόμα άγγελος γεννημένος από τις δυσκολίες ,
τον πόνο, την αμαρτία.
Ούρλιαξε ώσπου ο λαιμός της μάτωσε
Μόνη της συντροφιά η απελπισία και μάρτυρας της εκείνος.
Ο άρχοντας του σκότους, ο ζοφερός δαίμονας της κόλασης
Όλα σιώπησαν. Τα σήμαντρα σταμάτησαν , οι άνθρωποι συνέχισαν τον περίπατο τους .
Ο ήχος ενός όπλου τάραξε την μικρή κοινωνία

Αχ βρε Εύα μου...
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπήκα μέσα στην ψυχολογία της πρωταγωνίστριας.
Απίστευτο το πόσο εύκολα μπορεί να σε ταξιδέψει ένα κείμενο που είναι γραμμένο κατευθείαν από την καρδιά.
Το αγάπησα! Εξαιρετικό...
Συγκλονιστικά επιβλητικό!
ΑπάντησηΔιαγραφήΕύα υποκλίνομαι στην εκφραστική του δεινότητα και δύναμη. Ανατριχίλα.
Αγαπητή φίλη πραγματικά με καθήλωσε.
Σας ευχαριστώ και τους δύο Γιάννη και Βούλα. Το ποίημα αυτό το λάτρεψα και πίστευα πως ταιριάζει καλύτερα εδω! Τα λόγια σας πάντα υπέροχα ,τιμή μου να τα ακούω !
ΔιαγραφήΥπέροχο Εύα!!!Δεν έχω λόγια !
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ πολύ !!
Διαγραφή