Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Λίγες σκέψεις για το προσφυγικό...



"..Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν: «Μετανάστες». Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο, δε φύγαμε γιατί το θέλαμε, λεύτερα να διαλέξουμε μίαν άλλη γη. Ούτε και σε μίαν άλλη χώρα μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν. Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε. Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα 'ναι, μα εξορία..."
                                                                                              
                                                                                                               Μπέρτολτ Μπρεχτ




«Συχνά βλέπω τη Συρία σαν ένα μαγικό βιβλίο γεμάτο περιπέτειες και ιστορίες έρωτα και πολέμου.. και περιμένω για την ημέρα που αυτός ο πόλεμος θα τελειώσει και θα γίνει κι αυτός άλλη μια ιστορία».

«Το ξημέρωμα μου έλεγαν, είχε χρώμα χρυσαφένιο. Αυτά ήταν τα λόγια της μητέρας μου, η οποία με την σειρά της τα είχε ακούσει από την δική της μητέρα. Τότε, ήμουν μόλις εφτά χρονών, ωστόσο για κάποιον λόγο, η συγκεκριμένη πρόταση έμεινε χαραγμένη βαθιά μέσα στην καρδιά μου.

Η Συρία ήταν μία όμορφη χώρα, ίσως η ομορφότερη της Ανατολής. Ένα κράμα πολιτισμών και θρησκειών, με τους ναούς, τα κάστρα, τα Τεμένη, τις υπαίθριες αγορές και τις μυρωδιές της, τον δικό της αέρα. Η ζωή μου ήταν γλυκιά, ειρηνική και ζούσα όπως κάθε παιδί της ηλικίας μου που είχε τις δικές του παρέες, τα δικά του όνειρα για το αύριο. Όνειρα που έμειναν μετέωρα, παγωμένα στον χρόνο. Για την ακρίβεια, όλη μου η ύπαρξη μπήκε στην κατάψυξη. Ήταν κάτι που δεν περίμενα ποτέ να γίνει, όχι σε εμάς, όχι στα μικρά και ζεστά μας στενοσόκακα με τους υπέροχους  και φιλόξενους ανθρώπους, τους χαμογελαστούς γείτονες και τους γηραιότερους που δεν σταματούσαν ποτέ να μας αφηγούνται ιστορίες από τα δικά τους, παιδικά χρόνια.

Θυμάμαι κάποια πρωινά, να βαδίζω πρόσχαρα στο πλάι του πατέρα μου και του μεγαλύτερου αδερφού μου, διασχίζοντας τις αγορές του Χαλεπιού, τα λεγόμενα σουκ, που ήταν γεμάτα πάγκους με μπαχάρια, κοσμήματα, παραδοσιακές χειροτεχνίες και φαγητά. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της αραβικής κουλτούρας καθώς αποτελούσαν και τόπο συνάθροισης. Από την άλλη βέβαια αν έστρεφες τη ματιά σου, αντίκριζες τα μεγάλα εμπορικά κέντρα, τα οποία αρμονικά συνυπήρχαν με την παράδοση. Θυμάμαι να ξυπνώ τα πρωινά και η μυρωδιά των σιροπιαστών γλυκών που φουρνίζανε τα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς, να με ταξιδεύει σε τόπους ονειρικούς και γλυκούς όσο και η μυρωδιά που τρύπωνε από το πάντοτε μισάνοιχτο παράθυρό μου. Σαν λαός, αγαπούσαμε το φαγητό και τα γλυκά και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πηγαίναμε επίσκεψη σε κάποιο σπίτι με άδεια χέρια.

Στ’ αυτιά μου ακόμη αντηχούν τα γέλια, σαν ένας μακρινός απόηχος μίας άλλης εποχής, σαν ένα φυλαχτό ψυχής που θα με γλυτώσει από την τρέλα. Τα γέλια και το γαλάζιο του ουρανού. Όχι, δεν θέλω να σκέφτομαι το χρώμα της ώχρας που υιοθέτησε εξαιτίας των βομβαρδισμών και της σκόνης των κτηρίων που κατέρρεαν και μαζί με αυτά και τα όνειρα και οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Δεν θέλω να ακούω τους πυροβολισμούς, να σκέφτομαι πόσες φορές πάτησα αναγκαστικά την σκανδάλη για να σκοτώσω. Τώρα όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και χτίζουν ένα αβέβαιο μέλλον. Ένα μέλλον, σε έναν κόσμο που νιώθω πως με έχει διαγράψει»


@@@@@@@@@@@@

Το παραπάνω απόσπασμα, ανήκει σε μία γλυκόπικρη ιστορία ενός πρόσφυγα από την Συρία, ο οποίος κάποτε ζούσε αξιοπρεπώς, σαν όλους τους ανθρώπους, σαν εμένα και εσένα, όταν η μοίρα τον ανάγκασε να ενταχθεί στον στρατό και πιάνοντας ένα όπλο στο χέρι του, να σκοτώσει για πρώτη φορά. Η ιστορία του μακριά και πικρή, μα δεν είναι η μόνη. Χιλιάδες άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους μία ζωή, τα σπίτια και την περιουσία τους, τα χαμόγελα και τους φίλους τους, μονάχα για να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που έμοιαζε να μην διαθέτει πια χώρο για εκείνους. Αυτοί, ονομάστηκαν πρόσφυγες, ενώ οι υπόλοιποι, προερχόμενοι από χώρες, όπως το Αφγανιστάν και το Ιράκ, θεωρούνταν μετανάστες. Δεν θα διαφωνήσω με την προσφώνηση, μα θα σταθώ στην ουσία της, καθώς πίσω από έναν τέτοιο τίτλο, συχνά κρύβεται ακόμη ένα ανθρώπινο δράμα.


Ευτυχώς, είχα την τιμή να συναναστραφώ με ανθρώπους, Κοινωνικούς Λειτουργούς, γιατρούς και ψυχολόγους, εδώ στην Ελλάδα, που καθημερινά δίνουν μάχη, όχι για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αλλά για τους ανθρώπους που τους έχουν ανάγκη από όπου και αν προέρχονται. Ήταν τότε που μου εξιστόρησαν το δράμα ενός μορφωμένου κυρίου από το Ιράκ, ο οποίος καθώς ήταν ομοφυλόφιλος, κυνηγήθηκε από το ίδιο το κράτος, κατέληξε στη φυλακή, η οικογένειά του εκτελέστηκε και ο ίδιος υπέστη φρικτά βασανιστήρια, ακόμη και βιασμό με αιχμηρά εργαλεία, μέχρι που κατόρθωσε να δραπετεύσει και ερχόμενος στην Ελλάδα, ζήτησε ψυχολογική υποστήριξη.

Η ιστορία του με συγκλόνισε και ας μην ήταν η μόνη. Είχα ακούσει και γνωρίσει γυναίκες από το Κονγκό, βιασμένες κατά την μεταφορά και διαδρομή τους στην Ελλάδα, ενώ μάλιστα η μία έφερε στον κόσμο την κορούλα της, προϊόν βιασμού, παλεύοντας ταυτόχρονα να βρει στέγη τόσο για την ίδια, όσο και για το παιδί της. Άκουσα επίσης ιστορίες παιδιών, που θα μπορούσαν να είναι τα δικά μας σε μία αντίστοιχη περίπτωση, που ευχαριστούσαν μία οικογένεια από την Ελλάδα επειδή απλώς τους χάρισε ένα καλάμι ψαρέματος, για να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους, ψαρεύοντας στο λιμάνι του Πειραιά. Όλα ζητούσαν ένα πράγμα, να τους δοθεί η ευκαιρία να μορφωθούν, ώστε να χτίσουν ένα μέλλον, να έχουν μία ελπίδα.

Γνωρίζω πως η χώρα μας, δεν αντέχει άλλο. Οι κοινωνικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές, δημιουργούν χάσματα αγεφύρωτα και ο κόσμος που έχει ανάγκη είναι πολύς. Όλοι αγανακτούν, και εκείνοι και εμείς, μα τελικά κάποιοι τρίβουν τα χέρια τους χαιρέκακα, έχοντας παίξει άτιμα παιχνίδια στην πλάτη των ανθρώπων. Αυτό όμως δεν το βλέπουμε και ίσως ποτέ μας δεν το δούμε. Μέχρι τότε, εγώ θα συνεχίσω να προσπαθώ, να βλέπω σε κάθε πρόσωπο έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που ανεξαρτήτως καταγωγής και θρησκείας, παλεύει να επιβιώσει. Έναν άνθρωπο, που όπως και ο ήρωάς μου, νιώθει ξεχασμένος από τον κόσμο, παράσιτο ίσως σε έναν πλανήτη που τον διώχνει από παντού. Μέρες που είναι, δύσκολες ακόμη και για την Ελλάδα, ας σκεφτούμε όσο γίνεται πιο ανθρώπινα. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποτε ξανά βρεθούμε στη θέση τους, όπως τότε που οι Έλληνες έμπαιναν μανιασμένα στις βάρκες της ελπίδας, για να σωθούν από τους Τούρκους, αφήνοντας πίσω τους την λαμπερή ζωή και την γλυκιά Σμύρνη, με την ελπίδα, να βρουν ένα κομματάκι γης που θα μπορούσαν πλέον να αποκαλούν σπίτι τους.



Σχόλια

  1. Εξαιρετικό, ώριμο και πολύ σημαντικό, στις μέρες μας, το άρθρο σου Ιφιγένεια. Προσωπικά με καλύπτεις σε κάθε μου σκέψη. Θεωρώ σημαντικό να συνεισφέρουμε με γαλήνιες σκέψεις και προσεγγίσεις σε ένα θέμα πολύ δύσκολο, στο οποίο κάποιοι επιθυμούν να το "δουλέψουν" με κραυγές και μισανθρωπιά.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ πολυ και τους δύο. Είναι το μισό από τον πρόλογο μιας νεας μου ιστορίας και το άλλο μισό δικές μου σκέψεις. Σκοπεύω να ασχοληθώ με αυτό το θεμα και ελπιζω να αγγίξει τον κόσμο!! Γιαννη μου ευχαριστω γι τον στολισμό του κειμενου με τις φωτογραφίες και τη γραμματοσειρά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...