Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει η Αναγνώστου Εύα
Τα σήμαντρα των εκκλησιών χτύπησαν πένθιμα
Οι χαρές στα βάθη του χωριού σταμάτησαν
Οι περιπλανώμενοι έμειναν μετέωροι , τα σώματα τους στήλες άλατος
Χιλιάδες πουλιά πέταξαν πάνω από τον γκρίζο ουρανό
Δέντρα που λυσσομανούσαν για μια θέση στην ζωή
Ρίζες βαθιά χωμένες στην γη
Νύχια γαμψά από κοράκια που μόνη τους ευχαρίστηση να τρέφονται
από τις σάρκες των καταραμένων
Το μελαγχολικό της πρόσωπο έμεινε ανέκφραστο
Κρυμμένο πίσω από τις επιβλητικές κουρτίνες
Αόρατο από τα άγνωστα μάτια που πάση θυσία ήθελαν να παρεισφρήσουν στην ζωή της
.
.
Τα γαλανά μάτια της μετετράπηκαν στο χρώμα του γραφίτη
Τα δόντια της έγιναν πιο αιχμηρά ουρλιάζοντας στην μέση του άδειου σπιτιού
Τα δόντια της έγιναν πιο αιχμηρά ουρλιάζοντας στην μέση του άδειου σπιτιού
Χιλιάδες δαίμονες σκαρφάλωσαν στο καταραμένο δέρμα της
Τους ένιωθε να τρυπάνε σαν βελόνες κάθε σημείο του
Να εισχωρούν στο ήδη διαταραγμένο της μυαλό
Βλασφήμια βγήκε από τα ματωμένα της χείλη
Η σκέψη της λεπίδας πάνω από τις φλέβες της
Η εξορία της από τον παράδεισο
Ένας ακόμα άγγελος γεννημένος από τις δυσκολίες ,
τον πόνο, την αμαρτία.
Ούρλιαξε ώσπου ο λαιμός της μάτωσε
Μόνη της συντροφιά η απελπισία και μάρτυρας της εκείνος.
Ο άρχοντας του σκότους, ο ζοφερός δαίμονας της κόλασης
Όλα σιώπησαν. Τα σήμαντρα σταμάτησαν , οι άνθρωποι συνέχισαν τον περίπατο τους .
Ο ήχος ενός όπλου τάραξε την μικρή κοινωνία

Αχ βρε Εύα μου...
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπήκα μέσα στην ψυχολογία της πρωταγωνίστριας.
Απίστευτο το πόσο εύκολα μπορεί να σε ταξιδέψει ένα κείμενο που είναι γραμμένο κατευθείαν από την καρδιά.
Το αγάπησα! Εξαιρετικό...
Συγκλονιστικά επιβλητικό!
ΑπάντησηΔιαγραφήΕύα υποκλίνομαι στην εκφραστική του δεινότητα και δύναμη. Ανατριχίλα.
Αγαπητή φίλη πραγματικά με καθήλωσε.
Σας ευχαριστώ και τους δύο Γιάννη και Βούλα. Το ποίημα αυτό το λάτρεψα και πίστευα πως ταιριάζει καλύτερα εδω! Τα λόγια σας πάντα υπέροχα ,τιμή μου να τα ακούω !
ΔιαγραφήΥπέροχο Εύα!!!Δεν έχω λόγια !
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ πολύ !!
Διαγραφή