" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει η Αναγνώστου Εύα
Τα σήμαντρα των εκκλησιών χτύπησαν πένθιμα
Οι χαρές στα βάθη του χωριού σταμάτησαν
Οι περιπλανώμενοι έμειναν μετέωροι , τα σώματα τους στήλες άλατος
Χιλιάδες πουλιά πέταξαν πάνω από τον γκρίζο ουρανό
Δέντρα που λυσσομανούσαν για μια θέση στην ζωή
Ρίζες βαθιά χωμένες στην γη
Νύχια γαμψά από κοράκια που μόνη τους ευχαρίστηση να τρέφονται
από τις σάρκες των καταραμένων
Το μελαγχολικό της πρόσωπο έμεινε ανέκφραστο
Κρυμμένο πίσω από τις επιβλητικές κουρτίνες
Αόρατο από τα άγνωστα μάτια που πάση θυσία ήθελαν να παρεισφρήσουν στην ζωή της
.
.
Τα γαλανά μάτια της μετετράπηκαν στο χρώμα του γραφίτη
Τα δόντια της έγιναν πιο αιχμηρά ουρλιάζοντας στην μέση του άδειου σπιτιού
Τα δόντια της έγιναν πιο αιχμηρά ουρλιάζοντας στην μέση του άδειου σπιτιού
Χιλιάδες δαίμονες σκαρφάλωσαν στο καταραμένο δέρμα της
Τους ένιωθε να τρυπάνε σαν βελόνες κάθε σημείο του
Να εισχωρούν στο ήδη διαταραγμένο της μυαλό
Βλασφήμια βγήκε από τα ματωμένα της χείλη
Η σκέψη της λεπίδας πάνω από τις φλέβες της
Η εξορία της από τον παράδεισο
Ένας ακόμα άγγελος γεννημένος από τις δυσκολίες ,
τον πόνο, την αμαρτία.
Ούρλιαξε ώσπου ο λαιμός της μάτωσε
Μόνη της συντροφιά η απελπισία και μάρτυρας της εκείνος.
Ο άρχοντας του σκότους, ο ζοφερός δαίμονας της κόλασης
Όλα σιώπησαν. Τα σήμαντρα σταμάτησαν , οι άνθρωποι συνέχισαν τον περίπατο τους .
Ο ήχος ενός όπλου τάραξε την μικρή κοινωνία

Αχ βρε Εύα μου...
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπήκα μέσα στην ψυχολογία της πρωταγωνίστριας.
Απίστευτο το πόσο εύκολα μπορεί να σε ταξιδέψει ένα κείμενο που είναι γραμμένο κατευθείαν από την καρδιά.
Το αγάπησα! Εξαιρετικό...
Συγκλονιστικά επιβλητικό!
ΑπάντησηΔιαγραφήΕύα υποκλίνομαι στην εκφραστική του δεινότητα και δύναμη. Ανατριχίλα.
Αγαπητή φίλη πραγματικά με καθήλωσε.
Σας ευχαριστώ και τους δύο Γιάννη και Βούλα. Το ποίημα αυτό το λάτρεψα και πίστευα πως ταιριάζει καλύτερα εδω! Τα λόγια σας πάντα υπέροχα ,τιμή μου να τα ακούω !
ΔιαγραφήΥπέροχο Εύα!!!Δεν έχω λόγια !
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ πολύ !!
Διαγραφή