Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Η φαντασία στην εξουσία


Γράφει ο: My little stories


«Δε θα με σπάσεις όσο και αν προσπαθείς. Ακούς!»
«Τι είπες ρε; Τώρα μου ανήκεις ολοκληρωτικά».
«Ίσως το σώμα μου, η ψυχή μου όμως θα παραμένει για πάντα ελεύθερη».
«Θα το δούμε και αυτό», είπε ο επιβλητικά σωματώδης φύλακας και έκλεισε την πόρτα του κελιού με ένα προκλητικό μειδίαμα σχηματισμένο στα χείλη του.
Παρέμεινε μέσα στο κελί του κουλουριασμένος σε μια σκοτεινή και υγρή γωνία. Οι πληγές στο σώμα του από τα βασανιστήρια ήταν ακόμα νωπές. Το μυαλό του και η λογική του απείχαν μόλις ένα εκατοστό του βήματος από την πλήρη εξουθένωση.
Όλο τον καιρό που ήταν κλεισμένος εκεί μέσα προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Να βρει την αφορμή και την αιτία που βρισκόταν σ' αυτό το μέρος της ντροπής. Τα πάντα φάνταζαν ακραίως απίθανα, ειδικά σε μια δημοκρατική χώρα όπως συνεχώς διαλαλούσαν οι διάφορες αρρωστημένες σειρήνες.
Προσπαθούσε να θυμηθεί πως είναι να ζεις ως πραγματικά ελεύθερος άνθρωπός σ' αυτήν την κοινωνία.
Προσπαθούσε να θυμηθεί πως είναι να ζεις χωρίς κανένα είδος λογοκρισίας ή καταπίεσης.
Προσπαθούσε να θυμηθεί πως είναι να ζεις πιστεύοντας σε ιδανικά και ιδέες που ίσως και να μπορούν να αλλάξουν τις συνήθειες και τον τρόπο σκέψης και συναίσθησης.
Βαθιά μέσα του γνώριζε, όπως άλλωστε και όλοι οι ομοϊδεάτες, πως όλες αυτές οι ιδέες μπορούσαν να συνυπάρξουν μόνο σε μια ονειρική ουτοπία.
Η σκληρή και ωμή πραγματικότητα όμως, που δεν επέτρεπε κανένα είδος ελεύθερης σκέψης, ήταν αυτή της αρρωστημένης δημοκρατίας.
Αρρωστημένης διότι εξελίχθηκε σε δημοκρατία των εχόντων και ισχυρών.
Αρρωστημένης διότι συνεχώς απομυζούσε τα όποια ίχνη ελεύθερης βούλησης και σκέψης.
Αρρωστημένης διότι αντί να μας εκπαιδεύσει τις έννοιες και του θεσμούς της ελεύθερης σκέψης αποφάσισε να μυήσει τους αόμματους έννοιες απαγορευμένες.
Έννοιες όπως ρατσισμός για όλους και για τα πάντα.
Έννοιες όπως φασισμός και καταπάτηση των δικαιωμάτων.
Έννοιες όπως χυδαία διάκριση και εξευτελισμός.
Υπήρχαν όμως και κάποιοι ελάχιστοι που αποφάσισαν να παραμείνουν πιστοί στις έννοιες που πραγματικά είχαν αξία και που θα έκανα την διαφορά. Κάποιοι συμμετείχαν σιωπηλά, υιοθετώντας τον τρόπο σκέψης στην καθημερινή ζωή τους. Κάποιοι άλλοι συμμετείχαν πιο ενεργά, προσπαθώντας να πολεμήσουν το σάπιο σύστημα της διαφθοράς. Χωρίς βία με μοναδικά τους όπλα τις ιδέες του και την φαντασία τους να πολεμούν την εξουσία.
Χαμένος όπως ήταν στις σκέψεις του δεν μπορούσε να ακούσει τα βαριά βήματα του φρουρού καθώς πλησίαζε στο κελί τού. Το αποτρόπαιο πρόσωπο του εμφανίστηκε στα κάγκελα, τον κοίταζε με ένα τρελό και γεμάτο κακία βλέμμα.
«Λοιπόν έφτασε και η ώρα σου να μιλήσεις». Σήκωσε το κεφάλι του με πόνο, προσπαθούσε όσο μπορούσε να μη το δείξει, και τον κοίταξε κατάματα χωρίς κανένα ίχνος φόβου. Ο φρουρός καθόταν από πάνω του με ένα μεγάλο μεταλλικό μπαστούνι ηλεκτρόδιο στο χέρι του. Γέλασε χαιρέκακα ο φρουρός. «Πες τα όλα. Πες μου που βρίσκονται οι σύντροφοι σου και ίσως να φύγεις από 'δω σώος».
«Όχι».
«Πολύ καλά. Να ξέρεις όμως πως οι υπόλοιποι σύντροφοί σου τα ξέρασαν όλα».
«Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό. Κανένας από' μας δε θα πρόδιδε τα ιδανικά του. Κανένας από' μας δε θα στερούσε την ελευθερία κανενός».
«Πραγματική ελευθερία δεν υπάρχει, ακούς. Είσαι τόσο ελεύθερος όσο το ορίζουν οι κανόνες μας».
Σταμάτησε να του μιλάει, δεν υπήρχε άλλωστε νόημα. Παρέμεινε στο υγρό πάτωμα του κελιού να τον κοιτάει συνεχώς κατάματα, λες και προσπαθούσε να διαβάσει την ψυχή τούτον είδε καθώς εκείνος αποφασιστικά ύψωσε το μεταλλικό του μπαστούνι. Όλοι αυτοί οι φασίστες νόμιζαν πως μπορούν να ''συνετίσουν'' κάποιον από το παραλήρημα της πραγματικής ελευθερίας με τα βασανιστήρια και τον εξευτελιστικό εκφοβισμό του σώματος και της ψυχής, πόσο λάθος ήταν όμως.
Έκλεισε τα μάτια του και άνοιξε διάπλατα την καρδιά του. Άδειασε το κορμί του και από το παραμικρό ψήγμα φόβου. Καθώς ο φρουρός κατέβαζε ξανά και ξανά με δύναμη επάνω του το μπαστούνι της ντροπής εκείνος ένιωθε όλο και πιο ελεύθερος.
Ίσως αυτός ο κόσμος δεν χωράει ονειροπόλους.
Ίσως αυτός ο κόσμος να είναι αργά για ν' αλλάξει πλέον.




Ίσως η πραγματική ελευθερία να είναι μια ιδέα στο μυαλό ενός παράφρονα ανθρώπου.


-- Όπως εμφανίστηκε στο Η φαντασία στην εξουσία

Σχόλια

  1. Ένα ακόμα εξαίρετο και επίκαιρο δημιούργημά σου Γιώργο. Με τη δύναμη της γραφής σου και το φως της σκέψης σου. Τα μηνύματα είναι καταιγιστικά και μεγάλα.
    Χαίρομαι αγαπητέ φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πωπω πω βρε Γιώργο ανατρίχιασα. Χαίρομαι που σε βλέπω κι εδώ.
    φοβερά τα μηνύματα του έργου σου και όντως είναι γροθιά στο στομάχι που είπε ο προηγούμενος φίλος
    Καλή συνέχεια σε όλους σας

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...