Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Εξέλιξη του Τρόμου στη Λογοτεχνία: Από το Γοτθικό Σκοτάδι στο Halloween | Χάρης Κωφιάδης

Γιατί επιζητούμε την αδρεναλίνη του φόβου μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, ενώ στην πραγματική ζωή τον αποφεύγουμε; Καθώς πλησιάζει η πιο ατμοσφαιρική νύχτα του Οκτώβρη, τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η ανάγκη μας για μια σκοτεινή ιστορία γιγαντώνεται. Σε καλωσορίζω σε μια αναδρομή στις μορφές που πήρε ο τρόμος στη λογοτεχνία και στο γιατί το Halloween παραμένει η απόλυτη γιορτή των «περιέργων» αναγνωστών. Ανέκαθεν με τραβούσε το σκοτάδι στην τέχνη. Όχι πως αγνοούσα το φως, αλλά παρουσιάζεται συχνά ως λιγότερο γοητευτικό. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του ανασφάλεια, αδρεναλίνη, το άγνωστο. Μας προκαλεί συναισθήματα τα οποία δεν θέλουμε να βιώσουμε στην καθημερινότητα και προτιμάμε να τα ανακαλύπτουμε από την ασφάλεια του καναπέ. Εκεί όπου ξέρουμε πολύ καλά πως ο τρόμος τελειώνει τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο. Ή και λίγες ώρες αργότερα, ανάλογα πόσο θα μας επηρεάσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια φανταστική ιστορία...

"ΈΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΑ ΑΣΤΡΑ" (Μενέλαος Λουντέμης) - Βιβλιοσχολιασμός της Βούλας Γκεμίση


Αρκεί ένα παιδί για να μετρήσει όλα τα άστρα του ουρανού;



Το εύλογο ερώτημα μου γεννάται με αφορμή τη δεύτερη ολοκλήρωση ανάγνωσης μου από το αριστούργημα του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα Παιδί Μετράει Τα Άστρα». Τα συναισθήματα και πάλι έντονα, αφήνοντας τα να αποτυπωθούν στον βιβλιοσχολιασμό μου, μέσα από έναν τίτλο βιβλίου που λατρεύω γιατί διατηρεί όλη την αθωότητα και την ρομαντική πλευρά ενός πραγματικού αγωνιστή.

Αγαπώ την απλότητα και αυτό το βιβλίο μέσα στην αριστοκρατική φύση του τείνει για εμένα να έχει όλα τα απλά και πολύ ουσιαστικά στοιχεία που το καθιστούν και τόσο μοναδικό.


Ένα παιδί, ορφανό – ο Μέλιος – ο πρωταγωνιστής που δικαίως κερδίζει την καρδιά κάθε αναγνώστη, είναι το παιδί που θα σε καθοδηγήσει μέσα στην σκληρή ιστορία του αλλά κυρίως θα σε διδάξει. Λέξη προς λέξη αυτό το βιβλίο έχει να δώσει αναμφίβολα πολλά μηνύματα σε μικρούς και μεγάλους, χωρίς να σε αφήνει να προσπερνάς  το γλωσσικό, εκπαιδευτικό και φιλολογικό κομμάτι που χαρακτηρίζουν τον ίδιο τον δημιουργό. Θα σε παρασύρει όμορφα σε αναμνήσεις της παιδικής σου νιότης, θα σε βουτήξει στην κυριολεξία μέσα στη φρεσκάδα, τον αυθορμητισμό και την παιδική αθωότητα. Μέσα σε αυτά τα όμορφα συναισθήματα όμως θα γίνει και ένα σκληρό πάντρεμα της ίδιας της πραγματικότητας ανάμεσα σε ρόλους και πρόσωπα που εναλλάσσονται και αφήνουν την αίσθηση της αδικίας, της απανθρωπιάς, της κακίας, της ψυχικής μιζέριας και της μνησικακίας απέναντι σε ένα παιδί που κυνηγάει και αγαπάει τη γνώση. Η ανάγκη του Μέλιου για τη μόρφωση και η συνεχή αναζήτηση του να ξεπερνάει τα εμπόδια που του βάζει η ζωή και οι γύρω του προς την αγάπη του στα γράμματα, κάνουν την ιστορία μοναδική ως προς αρετές ξεχασμένες στην εποχή μας.

Μέσα σε όλα αυτά, ο Μέλιος διατηρεί την ωριμότητα ενός παλιού και σύγχρονου μαχητή απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα που πλήττουν μέχρι και σήμερα τον κόσμο μας, όπως είναι ο ρατσισμός, η απομόνωση, τα περιθωριακά βιώματα. Αρκετοί αντίπαλοι μα και υποστηρικτές στο δρόμο του, όπως συμβαίνει με την ίδια τη ζωή σε όλα τα επίπεδα της. Θα παραμείνει όμως το συναίσθημα της επιμονής, του συνεχή προσωπικού αγώνα, η δύναμη να μην τα παρατάς. Και κάπου στο τέλος όλα φαίνονται μέσα από τον συμβολισμό της άνοιξης να στυλώνεται και πάλι η ελπίδα. Ο έρωτας κατέχει το πρώτο σκίρτημα και το γλυκό συναίσθημα της προσμονής για το άγνωστο, που μπροστά του κάθε πρωταγωνιστής φαίνεται μικρός, αδύναμος και ταυτόχρονα τόσο μεγαλοπρεπής. Την ίδια αίσθηση κράτησα και στο πρώτο σκίρτημα του Μέλιου για τον τρόπο που βιώνει τον ανεκπλήρωτο έρωτα του μέσα από το πρόσωπο της νεαρής Αγράμπελης. Μία παρέα από νεαρά αγόρια που διεκδικούν θέσεις εναλλαγών από τις ακρότητες των συμπεριφορών τους που είναι δυνατά στοιχεία της μεταβατικής ηλικίας τους και προσδιορίζουν με όλη την περιττή αθωότητα τον ίδιο τον έρωτα αλλά και την ουσιαστική έννοια της φιλίας με την όποια αντιπαλότητα και στήριξη τους αντίστοιχα μπορεί να διακρίνει κάποιος. Η αριστοτεχνική μεταφορά της ιστορίας αυτής είναι και το πιο αξιοσημείωτο σημείο εστίασης του βιβλίου.

Ένα βιβλίο που προτείνω σε κάθε αναγνώστη. Δεν βλέπω κανέναν περιορισμό ως προς την ηλικία. Οι αξίες και τα μηνύματα είναι δυσεύρετα. Η γραφή του Μ. Λουντέμη είναι μοναδική. Απλή, ευκολοδιάβαστη, αναμειγνύοντας τον λυρισμό με την πεζό λόγο. Η γραφικότητα του απολαυστική. Και το συναίσθημα του προβληματισμού ως προς την εξέλιξη του βιβλίου και των ηρώων του, έντονο.

Για το κλείσιμο, κράτησα δύο λέξεις που συναντάμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου και που προσωπικά αγαπώ και πάρα πολύ. Δύο λέξεις που για εμένα σηματοδοτούν ολόκληρη την ιστορία αλλά και την αξία μας ως προς την αντιμετώπιση της ίδιας της ζωής. Λέξεις που συχνά πρεσβεύουν την λιγοψυχία και την μεγαλοκαρδωσύνη. Δύο αντίθετες έννοιες περιορισμένες σε περίτρανα μαθήματα ζωής.

«Προδοσία» - «Ντομπροσύνη».

Μέσα στην τσέπη κάθε παιδιού αυτές οι δύο λέξεις μπορούν κατά τη γνώμη μου να σταθούν ικανές και κάθε παιδί μεγαλώνοντας να καταφέρει να μετρήσει τα άστρα στο δικό του ουρανό, εξελίσσοντας παράλληλα την αντίληψη του ως προς το νόημα της ύπαρξης του.



Σχόλια

  1. Δυστυχώς Βούλα μου δεν έχω διαβάσει το βιβλίο και αυτό δεν το συγχωρώ στον εαυτό μου. Πρέπει να το κάνω. Έχω ακούσει τόσα πολλά. Έχω συνδεθεί με αυτό το βιβλίο με ένα πρόσωπο από τα παλιά αλλά ποτέ δεν το έχω διαβάσει.
    Η περιγραφή σου τα λέει όλα και η προτροπή θα πιάσει τόπο.
    Σε ευχαριστούμε για την έξοχη παρουσίαση αγαπητή μου φίλη.
    Καλή Ανάσταση να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ όμορφη παρουσίαση Βούλα για ένα εξαίσιο βιβλίο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ ευχαριστώ πραγματικά!
      Είναι όντως και ειδικά το τέλος του τα λέει όλα. Ένα βιβλίο γεμάτο στίγματα Ανθρωπιάς.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...

Ο Στάθης & η Αστάθεια

  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης  Η πρώτη φορά που ο Στάθης είδε τον γέρο ήταν μια μέρα που λίγο διέφερε απ’ όσες προηγήθηκαν. Στη δουλειά το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει. Φωνές και φράσεις κοφτές, τυπικά ευγενικές μα ουσιαστικά αγενείς. Σπάνια πια, των παραπόνων και των απαιτήσεων προηγούνταν μια καλημέρα, ή μια καλησπέρα. Λες κι ήταν δεδομένο… Μα δεν ήταν. Κι έλειπε κι αυτό το χαμόγελο που εκείνος δεν θα μπορούσε να δει, μα αν μη τι άλλο θα το άκουγε. Είχε καλό αυτί όπως του λέγανε άλλωστε. Χρόνια στην ίδια θέση, επαγγελματικά είχε φτάσει στο απόγειο μιας καριέρας περιορισμένης και κομματάκι πεζής, να ανέχεται τον πάσα έναν που δεν πηδούσε ή δεν πηδιόταν αρκετά. Μπορεί βέβαια να μην έφταιγαν και οι πελάτες∙ το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές και αυτό. Μπορεί να ήταν που και ο ίδιος δεν τους χαμογελούσε πια όπως παλιά. Όταν πήρε τη θέση, το ήθελε και το έκανε, μετά το προσπαθούσε. Στο τέλος το πέταξε στην άκρη σαν γραβάτα που κάπως σε στενεύει, κάπως σε πνίγει και δεν σου...