Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Δῶρον ἄδωρον













Γοργοπερπατώ 
στον κατηφορικό δρόμο 
Η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα αφήνει
μια ευχάριστη, γνώριμη, γήινη οσμή 
που γαργαλάει ολες τις αισθήσεις μου μια προς μια
Ένα ρίγος διαπερνάει το κορμί μου σπιθαμή προς σπιθαμή
Ξάφνου, διακρίνω δυο σιλουέτες στην άκρη του δρόμου 
Εσύ..
Κομψός αλλά συγχρόνως αμήχανος 
Μια αμηχανία που διακρίνεται τόσο στο σμίξιμο των πυκνών φρυδιών σου 
όσο και στην τοποθέτηση των χεριών μέσα στο βαρύ παλτό 
Μια ευγενική παρουσία στέκει σιμά σου υποκρινόμενη το ίδιο συναίσθημα 
Σταγόνες βροχής αρχίζουν να τρυπώνουν στο δέρμα μου
Που ολοένα και δυναμώνουν 
Ξεκινά απότομα 
ένα όργιο χρωμάτων με ομπρέλες 
που υψώνονται στον αέρα 
Μια εξ αυτών 
προστατεύει την όμορφη νεαρά 
Με το χέρι σου κλειδώνεις το σώμα της 
Σαν πορσελάνινης κούκλας 
Φοβούμενος μην σπάσει
όπως ακριβώς και η διαδικασία δημιουργίας της απαιτεί δεξιοτεχνία και ομαλές συνθήκες καιρού για να δουλευτεί, να κινηθεί, να γεννηθεί 
Να πάρει ζωή..

Ανήμπορη να κάνω ένα βήμα 
Μένω εκεί να σε κοιτώ να χάνεσαι κατω από το αμυδρό ημίφως του δρόμου

"Χρόνια πολλά" 
κατάφερα να ψελλίσω..

Αυτή είναι η μέρα σου
Αυτή είναι η μέρα σας

Αυτή ήταν η μέρα μας...


Δώρον άδωρον είσαι για εμένα


Δώρον άδωρον..

Κ.Χ














Από την ποιητική της 





And you'll see me waiting for you on the corner of the street..





Σχόλια

  1. Ξέρεις ότι έχω αδυναμία στη λεπτή κλασική ρομαντική ποιητική σου γραφή. Πολλά τα στοιχεία του κλασικού ρομαντισμού στο λόγο σου Κατερίνα. Δίνει στο ποίημά σου μια τρυφερή υφή.
    Καλησπέρα και καλή βδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόσο σας ευχαριστώ για τα όμορφα σας λόγια ..χαίρομαι που σας αγγίζει η γραφή μου !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω το έχω εκφράσει επανειλημμένα Κατερίνα. Και έτσι είναι.

      Διαγραφή
  3. Κατερίνα μπράβο, πολύ όμορφο ποίημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...