Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Φθηνό σινεμά










Κόρες διεσταλμένες, μισάνοιχτα χείλη 
σαν ανθοί ροδωνιάς να κοιτούν αποσβολωμένα τη ζουμερή κοπέλα που κάθε βραδιά φιλοξενούσε στα μεταξωτά σεντόνια 
ηδονικές ανάσες στιβαρών κορμιών.
Κι εγώ απλός παρατηρητής σε ένα σενάριο ξενικό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μου δίχως εισιτήριο. 
Πρεμιέρα, πρώτη θέση προβολής!
Η μορφή σου αλλάζει όψη στη θέαση εκείνης.
Εκείνης..
Ο τρόπος που την κοιτάς απερίγραπτος. 
Η ματιά σου να ταξιδεύει στο κορμί της, κάνοντας στάσεις ανά τακτά διαστήματα σε κάθε ποθητό σημείο της ακάλυπτης θηλυκότητας της.
Για μια στιγμή ευχήθηκα να ήμουν τυφλή .
Λιγότερο θα πονούσε η μαχαιριά
στη πληγή που συνεχώς γύριζε γύριζε και έκοβε σε μικρά κομματάκια κάθε ανάμνηση από εσένα, κάθε κομμάτι δικό σου που θα μαρτυρούσε πως κάποτε υπήρξες δικός μου, για μια στιγμή.
Ποσό περίτεχνα χειρίζεσαι συναισθήματα ;
Αισθήματα ; 
Λάθος λήμμα.
Ανθρώπους ήθελα να πω.
Με συγχωρείς .
Ανθρώπους..
Άραγε έχεις ιδέα από ανθρώπους;
Η ξενάγηση που τελειωμό δεν έχει συνεχίζεται απροκάλυπτα.
Η αναψοκοκκινισμένη σου δίψα πλέον είναι εμφανής. Με ένα βλέμμα και ένα νεύμα ανταπόκρισης χάνεσαι ξαφνικά.
Ακολουθώ τη μορφή σου βιαστική να κατευθύνεται στα μαρμάρινα σκαλιά της εισόδου.
Το παράθυρο ανοίγει διάπλατα σαν να θέλει να υποδεχτεί τους θεατές του.
Το βαρύ σώμα καλύπτει τη μικροσκοπική φιγούρα της ξανθής κοπέλας αφήνοντας τη σκιά της να πάλλεται ρυθμικά . Στηριγμένος στην άκρη του τοίχου με το ένα χέρι να απελευθερώνει κάθε ύφασμα από το στητό κορμί της και το άλλο να τραβάει ελαφρώς τα πλούσια σγουρά μαλλιά της, άφησε μια πνιχτή κραυγή να βγεί από τα δυο του χείλη. Ο ανδρισμός του κόντευε να εκτοξευτεί από στιγμή σε στιγμή. Η γλώσσα του ξεκίνησε το δικό της παιχνίδι διεκδίκησης, μουτζουρώνοντας το φθηνό κόκκινο κραγιόν γύρω από τα ζουμερά χείλη της, δαγκώνοντας τα άλλοτε ελαφρά και άλλοτε άγρια. Αντιλαμβάνομενη την ακατανίκητη επιθυμία του, με συνοπτικές διαδικασίες ,αφαίρεσε τη ζώνη του ξεφτισμένου τζιν και με μια κίνηση εκείνος βυθίστηκε μέσα της. Στην αρχή αργά και βασανιστικά μα στη συνέχεια γρήγορα και βίαια γεμίζοντας το δωμάτιο με μικρές εκρήξεις λάβας συνοδευόμενες με καυτές εντάσεις. Ήθελε να της κάνει έρωτα ξανά και ξανά, έτσι όπως το είχε φανταστεί και το ζητούσε όλο του το είναι, μα δεν ήταν κατάλληλες οι περιστάσεις. Ποτέ δε θα ήταν.
Φορώντας βιαστικά τα ρούχα και μαζεύοντας σε μια χαμηλή αλογοουρά τα μακριά μαλλιά της, δίχως να ρίξει ένα τελευταίο συμπονετικό βλέμμα πίσω, άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε. 
Άναψε ένα τσιγάρο και έμεινε βυθισμένος στις σκέψεις του αναπαράγοντας στο μυαλό του αυτό που μόλις πριν λίγο είχε συμβεί.
Δεν πρόσεξε το σαρδόνιο και νικητήριο χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της, καθώς έβγαλε από την τσέπη το διπλωμένο εικοσάρικο που λίγο νωρίτερα της είχε αφήσει.

Ναι, για εκείνη ήταν ένα υγρό βρώμικο εικοσάρικο.

Μα για εκείνον, ήταν κάτι πολύ παραπάνω από μια εφήμερη, ηδονική συνουσία.
Ήταν όλα όσα δεν κατάφερα εγώ να του χαρίσω.
Όσα δε θέλησε ο ίδιος να δεχτεί. Τον έλκυε πάντοτε το απαγορευμένο, μα όχι το αληθινό. Έτρεμε, φοβόταν και μόνο στη σκέψη.

Όσο για εμένα, για εμένα ήταν..


Λίγη σημασία έχει πια..

Να μιλώ η να σιωπώ ;

Έχω ανάγκη να μείνω μόνη..

Αν θέλεις να μάθεις κάτι είναι..




πως δεν πηγαίνω σινεμά μέχρι σήμερα..




Κ.Χ


Aπό τις μικρού μήκους ιστορίες της "Ζωής...λεγόμενα"


















I will love you 'til the end of time..


Σχόλια

  1. Εκπληκτικό Κατερίνα!
    Λάτρεψα τη γλώσσα της γραφής σου σε ένα αποθεωτικά ερωτικό ποίημα. Μπράβο ειλικρινά αγαπητή μου φίλη. Καλή σου βδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παρά πολύ ωραίο Κατερίνα, μπράβο.π

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...