" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Ένα βροχερό βράδυ. Τα βήματά του τον φέρνουν πάλι στην όχθη του ποταμού που κόβει στα δυό την πόλη. Όπως εκείνη τη μοιραία νύχτα πριν χρόνια, που σημάδεψε τη ζωή του. τι μπορεί να προσδοκά. Τι μπορεί να βρει στην άλλη όχθη του ποταμού.
"Το βλέμμα στην όχθη του ποταμού"
Το νέο μου διήγημα στη συλλογή διηγημάτων "Ιστορίες Noir"
Γιάννης Πιταροκοίλης

Συναισθηματικό, με γλαφυρές και έντονες περιγραφές..
ΑπάντησηΔιαγραφήΕυχαριστώ Κατερίνα μου, να είσαι καλά.
ΔιαγραφήΠολύ όμορφο Γιάννη μου. Δυνατές περιγραφές και έντονη η συναισθηματική χρεία σε όλο το διήγημα. Μπράβο.
ΑπάντησηΔιαγραφήΓιώργο αγαπητέ φίλε, να είσαι καλά. Όμορφη συνέχεια να έχουμε.
Διαγραφή