Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

Μια ηλιόλουστη μέρα

 


Δεν είχα παρά να ανοίξω τα μάτια, όμως δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα ή δεν ήθελα;

Μερικές φορές ο φόβος και η αβεβαιότητα για το τι θα αντιμετωπίσεις μόλις τα μάτια ανοίξουν, έχουν μια δύναμη απίστευτη. Μπορούν να σε κάνουν να νοιώσεις άρρωστος ή -ακόμα χειρότερα- εγκλωβισμένος.

Το ένα μάτι άνοιξε δειλά. Κάπου στο βάθος του μυαλού, προφανώς υπήρχε ένας κόκκος θάρρους,  που κατάφερε να βγει στην επιφάνεια και να δώσει την εντολή.

Περίεργο!

Το άλλο μάτι ακολούθησε και το μυαλό μου πλημύρισε φως. Γύρισα και κοίταξα το ρολόι. Ήταν νωρίς ακόμα. Μόλις 7 το πρωί.

Δεν θυμάμαι να έχω ξυπνήσει ποτέ από μόνη μου τέτοια ώρα, εκτός από τότε που πήγαινα σχολείο και θα πηγαίναμε εκδρομή. Τότε σχεδόν δεν κοιμόμουν από το άγχος μου μην μείνω πίσω.

Χαμογέλασα στην ανάμνηση και σηκώθηκα. Αφού ξύπνησα, δεν υπήρχε λόγος να παραμένω ξαπλωμένη και να κοιτάζω το ταβάνι. 

Οι κινήσεις μηχανικές σχεδόν. Πλένω το πρόσωπο, βουρτσίζω τα δόντια, αλλά αποφεύγω να κοιτάξω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Πάω στην κουζίνα και ετοιμάζω καφέ,  ενώ το μάτι μου πέφτει στο άχτιστο οικόπεδο που φαίνεται από το παράθυρο της κουζίνας. Μια εικόνα που κοιτάω σχεδόν κάθε μέρα και σχεδόν πάντα δεν μου κάνει καμιά ιδιαίτερη αίσθηση.

Σήμερα όμως κάτι τράβηξε την προσοχή μου.

Έβγαλα το μπρίκι από το γκαζάκι και βγήκα στο μπαλκόνι.

Ένας σκύλος έψαχνε επίμονα κάτι. Σαν μανιακός έσκαβε. Σαν να κρεμόταν η ζωή του από αυτό που κρυβόταν από κάτω. Μια φωνή με έκανε να τρομάξω και ανάγκασε τον σκύλο να σταματήσει και να οπισθοχωρήσει.

«Φτάνει Ρόκυ! Μια μέρα θα βρεθεί ο ιδιοκτήτης και θα μας κάνει μήνυση για τις τρύπες που ανοίγεις.»

Ο σκύλος πλησίασε το αφεντικό του και κούνησε την ουρά χαρούμενος, ενώ παράλληλα έριξε μια τελευταία ματιά στο ανολοκλήρωτο έργο του.

Έφυγαν, όμως εγώ έμεινα να κοιτάζω την τρύπα σαν να περίμενα πως κάτι θα βγει από μέσα. Το ξυπνητήρι που ακούστηκε από το υπνοδωμάτιο, με έβγαλε από την ηρεμία μου. Μπήκα ξανά στο σπίτι, ήπια τον καφέ μου και ετοιμάστηκα.

Πριν φύγω, διακινδύνευσα μια μάτια στον καθρέφτη. Όχι γιατί είχα περιέργεια να δω το είδωλό μου. Μια επιβεβαίωση απλά πως ήμουν ευπαρουσίαστη.

Μια γυναίκα γύρω στα 30 με κοιτούσε θλιμμένα. Δεν ήταν όμορφη με την κλασσική έννοια της λέξης. Μερικά κιλάκια παραπάνω τα είχε, όπως και μερικές άσπρες τρίχες στο κεφάλι για να της θυμίζουν πως μεγάλωνε. Τα μάτια ήταν καστανά και μεγάλα και πέρα από την θλίψη της, είχαν και μια ζεστασιά που την έκανε να χαμογελάσει.

Αρκετά!

Κλείδωσα την πόρτα του σπιτιού και ξεκίνησα. Η αναμονή για το λεωφορείο πάντα με εκνεύριζε. Τόσα χρόνια δεν είχα πάρει ποτέ την απόφαση να μάθω να οδηγώ και κάθε μέρα έλεγα πως την επομένη, θα έπαιρνα μαζί ένα βιβλίο για να περνάω την ώρα μου.

Ποτέ δεν το έκανα όμως. Ίσως αν το είχα κάνει, να μην έβλεπα το αυτοκίνητο που σταμάτησε στο φανάρι μπροστά από την στάση.

Το ήξερα αυτό το αμάξι. Όπως ήξερα και την οδηγό του. Με είδε, όπως την είδα κι εγώ, όμως προσποιήθηκε πως έψαχνε ένα σταθμό στο ραδιόφωνο. Το ίδιο έκανα και εγώ ψάχνοντας κάτι στην τσάντα μου.

Γιατί το κάνω αυτό;

Την στιγμή που πήρα την απόφαση να σταματήσω να την αγνοώ, το φανάρι άναψε πράσινο και το αυτοκίνητο ξεκίνησε.

Μερικά λεπτά μετά, το λεωφορείο έκανε την εμφάνιση του και βιάστηκα να επιβιβαστώ, διώχνοντας επιδέξια την προηγούμενη συνάντηση από το μυαλό μου.

Άλλη μια μέρα ξεκίνησε.

Βάλθηκα να χαζεύω τους πεζούς και τα αυτοκίνητα μέσα από το τζάμι, όπως έκανα τόσα χρόνια.

Η διάθεσή μου δεν βελτιώθηκε καθόλου και μάλιστα χειροτέρεψε όταν μπαίνοντας στην εταιρία που δούλευα, πρόσεξα μια περίεργη αναστάτωση.

Πλησίασα και ρώτησα μια συνάδελφο.

«Η Κατερίνα, η λογίστρια. Είχε ένα τροχαίο.»

«Είναι καλά; Πού την έχουν;»

«Στην εντατική στο ΚΑΤ. Δεν ξέρουν αν θα συνέρθει και πότε. Όμως…»

Κόμπιασε και με κοίταξε με αμηχανία.

«Έλα λέγε...»

«Είχε μαζί την κόρη της. Η μικρή δεν τα κατάφερε. Μάλλον δεν φορούσε ζώνη.»

Ακούμπησα στον τοίχο πίσω μου γιατί ξαφνικά τα πόδια μου δεν με κρατούσαν. Τώρα καταλάβαινα την αμηχανία της Ειρήνης.

«Είσαι καλά;»

Τι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση; Δυστυχώς ήμουν καλά. Εγώ ήμουν καλά.

«Ειρήνη κάνε μου μια χάρη. Δικαιολόγησέ με στο αφεντικό. Αύριο θα είμαι στην θέση μου και θα δουλέψω διπλή βάρδια αν θέλει, πες του.»

Έφυγα σαν κυνηγημένη. Χρειαζόμουν επειγόντως αέρα.

Σταμάτησα ένα ταξί και μπήκα μέσα, αγνοώντας την απορημένη έκφραση του οδηγού που με κοιτούσε σαν να ήμουν φάντασμα.

«Στο πρώτο νεκροταφείο.» του είπα και εκείνος κούνησε το κεφάλι καταφατικά και το ύφος του άλλαξε. Με κοίταξε με συμπάθεια.

Πλήρωσα και κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας. Άνθρωποι και αυτοκίνητα γύρω μου, όμως εγώ δεν έβλεπα τίποτα. Έπρεπε απλά να φτάσω στον προορισμό μου όσο ακόμα είχα οξυγόνο στα πνευμόνια μου.

Σταμάτησα μπροστά στο μνήμα και κοίταξα τα πρόσωπα που με κοιτούσαν χαμογελαστά. Ο άντρας και η κόρη μου.

Ένας νέος άντρας που σήμερα θα ήταν 35 ετών και ένα κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που για μένα θα ήταν πάντα 3 ετών. Ένα κοριτσάκι που ήταν κομμάτι μου και κομμάτι του, όμως την πήρε μαζί του και με άφησαν μόνη.

Το οξυγόνο μου τελείωσε και γονάτισα. Τα δάκρυα που πίστευα πως είχαν στερέψει πια, εμφανιστήκαν σαν ξαφνική μπόρα που ξέσπασε ανεξέλεγκτη.

Όμως όλες οι μπόρες σταματούν κάποια στιγμή και μερικές φορές βγαίνει ένα ουράνιο τόξο που σε κάνει να χαμογελάσεις και σου δίνει ελπίδα.

Το άγγιγμα στον ώμο μου με έκανε να τιναχτώ ξαφνιασμένη. Γύρισα και είδα το τελευταίο άτομο που περίμενα να δω.

«Συγγνώμη. »

Δεν ήμουν σίγουρη πως την άκουσα καλά. Άλλωστε στην κατάσταση που ήμουν εκείνη την στιγμή δεν νομίζω πως είχα επαφή με το περιβάλλον γύρω μου.

«Σούλα;»

Ψέλλισα το όνομα της περισσότερο για να επιβεβαιώσω την παρουσία της.

«Εγώ είμαι. Συγγνώμη.»

«Γιατί ζητάς συγγνώμη; »

«Για όλα φαντάζομαι. Για τις μέρες που όπως σήμερα έκανα πως δεν σε είδα. Για τις μέρες που σε άφησα να περάσεις τις δυσκολίες μόνη σου. Γιατί ο αδελφός μου δεν θα με συγχωρούσε ποτέ, αν ήξερε τον τρόπο που σου φέρθηκα τότε…»

«Γιατί τώρα;»

«Γιατί είμαι έγκυος και μόνο στην σκέψη του πόνου που έζησες, η καρδιά μου σφίγγεται.»

«Περιμένεις μωρό;»

Το χαμόγελο ξεπήδησε χωρίς να το καταλάβω και ασυναίσθητα πήγα να χαϊδέψω την κοιλιά της, όμως κρατήθηκα.

«Αυτό ήρθα να τους πω. Για αυτό είμαι εδώ. Για να τους ζητήσω να με προσέχουν. Εμένα και το μωρό μου.»

Γύρισα και κοίταξα την φωτογραφία τους.

«Δεν χρειάζεται να το ζητήσεις. Θα το έκαναν έτσι κι αλλιώς. Έχεις χρόνο για έναν καφέ;»

Η ερώτηση μου την ξάφνιασε και φάνηκε, αλλά δέχτηκε. Άφησε τα λουλούδια που κρατούσε πάνω στο μνήμα και με έπιασε από το μπράτσο όπως έκανε πάντα. Τότε που κάναμε παρέα. Πριν καν τα φτιάξω με τον αδελφό της και αλλάξει όλη η ζωή μου.

Η ηρεμία του χώρου με γαλήνεψε και η είδηση για την νέα ζωή που ήταν καθοδόν, αποδείχτηκε το δικό μου ουράνιο τόξο.

«Πότε με το καλό;»

Μια απλή ερώτηση και αυτή τη φορά το χέρι μου δεν σταμάτησε και χάιδεψε την κοιλιά που ακόμα δεν είχε φουσκώσει.

«Αν όλα πάνε καλά θα γεννηθεί κοντά στην ημερομηνία γέννησης του Νίκου.»

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα στην σκέψη του αδελφού της.

«Όχι άλλα δάκρυα. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο.»

«Αλήθεια το πιστεύεις αυτό;»

«Κάποιες φορές, ναι.»

«Σε θέλω δίπλα μου. Ξέρω πως δεν έχω δικαίωμα να στο ζητάω μετά από όσα έκανα,  αλλά σε χρειάζομαι.»

«Θα είμαι.»

Αυτές οι δυο λεξούλες, ειπωμένες με τόση σιγουριά, ήταν αυτό που χρειαζόμουν και εγώ να ακούσω. Και τότε συνειδητοποίησα πως η μέρα σήμερα ήταν ηλιόλουστη και ας ήμασταν στην καρδιά του χειμώνα.

Σήκωσα το πρόσωπο και κοίταξα τον ανέφελο ουρανό.

Ήταν και οι δυο εκεί.

Με χαιρετούσαν και μου χαμογελούσαν, λίγο πριν η μικρή μου κυνηγήσει ένα κουνελοσύννεφο, που εμφανίστηκε ξαφνικά και ο Νίκος τρέξει πίσω της.

Σχόλια

  1. Να που καμιά φορά, ένα απλό κείμενο, μικρό, λιτό, μπορεί να προξενήσει συναισθήματα! Καταλαβαίνω τώρα προς τι τα καλά λόγια που άκουσα για σένα Αγλαΐα! Μπράβο σου και καλή αρχή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πάρα πολύ όμορφο, ανθρώπινο, δυνατό σε αισθήματα, βαθύ σε αλήθειες, παραστατικό σε αφήγηση και εικόνες.
    Η απώλεια δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμη. Δεν είναι καθόλου αποδεκτή. Όσες σοφίες και αν ψελλίσουν κάποιοι, ακούγονται ως λόγια του αέρα ή το καλύτερο λόγια μιας παρηγοριάς. Τίποτα άλλο.
    Φυσικά και όλα περνούν. Φυσικά και ο χρόνος σκεπάζει τα πάντα από πάνω του. Μένουν μονάχα κάποιες "ανασκαφές" στη μνήμη μας για να ανακαλύψουμε ξανά την απουσία και τον πόνο.
    Η σκηνή του σκύλου που σκάβει δεν ξέρω αν γράφτηκε τυχαία αλλά έχει το δικό του συμβολισμό.
    Καλησπέρα Αγλαΐα, με άγγιξες πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ παρα πολυ Γιάννη! Χαίρομαι που οπως φαίνεται μπορω να ακουμπήσω λιγακι τα ευαισθητα σημεία σας με τη γραφη μου. Οι συμβολισμοί θα μπορουσαν να ειναι τυχαίοι, αλλά γραφήκαν σε μια στιγμή της ζωης μου που εψαχνα παρηγορια στα πιο καθημερινα πράγματα, οπότε όχι. Δεν ηταν τυχαίο.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...