Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

 

Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης)


“… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του…


...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…”

Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του.

Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας του και στο ανεπαίσθητο τρίξιμο του χαρτιού, κάτι άρχισε να μετακινείται λες και άνοιγε εμπρός του ένας δρόμος που τον μετέφερε κάπου αλλού, έξω απ’ το χρόνο, τους τόπους, τη λογική. Οι τοίχοι έγιναν διάφανοι και εκείνος φάνηκε να διαβαίνει τα χερσοτόπια στην πλαγιά. Ο βοριάς σάρωνε τα ρείκια φτιάχνοντας κύματα, έδερνε το παγωμένο του πρόσωπο. Ένα αλλιώτικο χλωμό φως μιας θλιμμένης αυγής τον υποδέχτηκε τώρα.

Ένιωθε σαν να έμπαινε ο ίδιος πια στην ιστορία, επισκέπτης, παρατηρητής. Όσα διάβασε, όσα ένιωσε, ορθώθηκαν μπροστά του σε ανισόπεδες διαστάσεις σαν πίνακας αφηρημένος. Είδε το μεγάλο σπίτι στην πλαγιά. Εκείνο το μεγάλο δέντρο έστεκε ακόμα εκεί, το παράθυρο ανοιγόκλεινε με τη δύναμη του βοριά και εκείνα τα γέλια τους, ναι δεν έκανε λάθος, ηχούσαν κάπου εκεί ανάμεσα στο χώρο.

“Αγάπη μου είσαι εδώ;….”

Επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα. Το βιβλίο είχε μείνει ανοιχτό στην τελευταία σελίδα. Το φως διακριτικό αλλά ζεστό. Όμως η χειμωνιάτικη νύχτα του Γενάρη έδειχνε τα δόντια της. Το πατζούρι χτυπούσε απ’ έξω δυνατά. Όμως εκείνη η φωνή, το κάλεσμα; “Αγάπη μου είσαι εδώ;”

Σηκώθηκε, βρήκε το πατζούρι ανοιχτό. Όμως εκείνος ήταν απόλυτα σίγουρος ότι δεν το είχε ανοίξει ποτέ σήμερα! Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ο παγωμένος βοριάς ήταν απαγορευτικός. Άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο. Στο κατώφλι δύο κόσμων, λοιπόν! Το βιβλίο και εκείνος! Μα πώς μπορούσε; Καμία λογική! Κι όμως… Ένα αποτύπωμα στο χιόνι, το αίσθημα ότι ….κάποιος πέρασε, εκείνη η γυναικεία φωνή. Το πατζούρι χτύπησε δυνατά, μπήκε μέσα, το έκλεισε. Το παγωμένο ρεύμα του αγέρα ταξίδεψε στο δωμάτιο, έφτασε στο βιβλίο πάνω στη μπερζέρα, ξεφύλλισε με δύναμη τις σελίδες και το έκλεισε. Μετά σιωπή. Λες και η φύση καταλάγιαζε για λίγο.

“Ίσως ο Λόκγουντ να είχε δίκιο να αναρωτιέται”, σκέφτηκε. Τα μεγάλα πάθη δεν βρίσκουν ποτέ τάφο. Δεν ησυχάζουν, δεν γαληνεύουν. Τριγυρνάνε τις νύχτες στα ονείρατα και στα οράματα. Βγαίνουν απ΄ τις σελίδες των παλιών βιβλίων και γυρεύουνε καρδιές να τρυπώσουν, να ζήσουνε ξανά, να σαγηνέψουν. Ένιωσε λες και τους κουβαλούσε και τους δυο μέσα του.

Έβαλε ένα ποτήρι λικέρ με πάγο. Τελικά εκείνη η χειμωνιάτικη νύχτα του Γενάρη έδειχνε εμφαντικά το αποτύπωμά της...


Η πηγή αυτής της έμπνευσης

(*) Λόκγουντ: βασικός χαρακτήας από το μυθιστόρημα "Ανεμοδαρμένα ύψη"

Οι δύο πρώτες παράγραφοι του μικρού μου αφηγήματος είναι από το κλείσιμο του συγκλονιστικού θρυλικού μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ, "Ανεμοδαρμένα ύψη¨. 

Πάντα μου προκαλούσε δέος η σκέψη του πώς μπόρεσε αυτή η νεαρή γυναίκα στα 30 της χρόνια, να συλλάβει και να γράψει ένα τέτοιο έργο. Άφησα και εγώ την έμπνευσή μου στη δική της επιρροή και επίδραση στο μυαλό μου.

Σημείωση: Το παραπάνω μικρό διήγημα, δημοσιεύτηκε στο προσωπικό μου blog "Τέχνη και Λόγος" , η δε εικόνα είναι ψηφιακή δημιουργία. 

Σχόλια

  1. This was such a beautifully atmospheric read, and you captured that haunting, timeless essence of Wuthering Heights perfectly. I love how you blurred the lines between the reader and the story itself, making the icy draft and that echoing voice feel so incredibly real. Emily Brontë really did possess a rare kind of magic, and your tribute beautifully honors how those restless passions refuse to stay confined to the page. Cheers to a glass of liqueur on a cold night—your writing completely transported me to the moors!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Oh Melody, my dear friend, how I was moved by your comment! You have truly touched very sensitive points. This novel is one of my favorites and its influences on me are very strong. Cheers, my girl, and thank you very much for your feelings and your company here.

      Διαγραφή
  2. Πολύ όμορφο και πολύ ατμοσφαιρικό. Αλλά αυτό το ξέρω πια από σένα και το περιμένω σε κάθε δείγμα γραφής σου... την ατμόσφαιρα που τόσο όμορφα ξέρεις να χτίζεις. Ακόμη και σε κάτι τόσο μικρό σε έκταση, κατάφερες εύκολα να με μεταφέρεις εκεί, στον κόσμο σου. Ή καλύτερα, στο κατώφλι αυτών των δύο κόσμων. Και δεν μπορώ, διαβάζοντάς το, να μην σκεφτώ πως κάτι τέτοιο μας συμβαίνει συχνά διαβάζοντας ένα βιβλίο που μας αγγίζει. Βρισκόμαστε κάπου στο ενδιάμεσο, μεταξύ βιβλίου και πραγματικότητας. Είναι πανέμορφο συναίσθημα και είναι κι ένα πανέμορφο κείμενο, από τα δικά σου που μου είχαν λείψει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χάρη μου ευχαριστώ πολύ, αγαπητέ φίλε για τα καλά σου λόγια. Χαίρομαι που σε άγγιξε. Ναι, αυτό το βίωμα που αναφέρεις είναι γεγονός. Είτε ως αναγνωστες, είτε ως συγγραφείς, άπειρες φορές βιώνουμε μια μεταφορά ανάμεσα στην πραγματικότητα καιστον κόσμο της πλοκής και των ηρώων μας. Είναι ένα μαγικό συναίσθημα, φίλε μου.
      Να είσαι καλά.

      Διαγραφή
  3. Ο Γιάννης που γνωρίζουμε. Ατμοσφαιρικό, όπως πάντα τα δείγματα γραφής σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελευθερία μου, σε ευχαριστώ πολύ, κορίτσι μου. Χαίρομαι που σε άγγιξε, καλή μου φίλη.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου