Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη
Το βιβλίο σταματημένο
Σε εκείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά
Σε εκείνη τη σελίδα εμποτισμένη
Με άρωμα αλμύρας αναδευόμενο
με τη γεύση των φιλιών του
που στέκει μάρτυρας μπροστά στα δυό της μάτια
Ελαφρώς τσακισμένη
από την πολυχρησία και
μουσκεμένη από τα δάκρυα της
ζητά μια λύτρωση
Ένα τέλος
Στο τέρας που τη βασανίζει
Αδιάλειπτα τα βραδιά
Το βιβλίο συνεχίζει
Την αφήγηση του..
Λογιών λογιών σελίδες
Περνούν από μπροστά της
Μαζί με αυτές
Άνθρωποι και συναισθήματα
-Κομμάτια της ζωής της-
Φτάνοντας προς το τέλος και
πριν κλείσει το δερματόδετο βαρύ βιβλίο
Επιστρέφει για ακόμη μια φορά
Σε εκείνη την σελίδα
Που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ μέσα της
Αναλογίζεται τι έφταιξε
Και άγγιξε την ψυχή της
τόσο γρήγορα
Μα πως συνέβη ;
Ούτε η ίδια δε γνωρίζει
Απλώς συνέβη..
Τραβάει σιγανά το ξύλινο συρτάρι
του κομοδίνου της και
Βγάζει έναν κόκκινο σελιδοδείκτη
Που τοποθετεί προσεκτικά
Και με ευλαβικές μηχανικές κινήσεις
στο μέσο της σελίδας..
«Αυτή η σελίδα πρέπει να διαβαστεί διαφορετικά αυτή τη φορά» μονολογεί.
«Ίσως όταν θα είμαστε έτοιμοι
Θα συναντηθούμε ξανά, όπως τότε..»
Σκούπισε τα δάκρυα της που κυλούσαν σε όλο της το πρόσωπο και με βαριά καρδιά
έκλεισε το βιβλίο..
«Μέχρι τότε, μείνε εκεί να με περιμένεις, μόνο μην χάσεις την μυρωδιά σου, μην με ξεχάσεις με τα χρόνια , μην αφήσεις τη μορφή μου να ξεθωριάσει..
Θυμήσου την τελευταία σου κουβέντα,
όπως εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ..
Μέχρι τότε, θα «ζεις» και θα «ζω» μέσα από αυτή τη σελίδα..».
Κ.Χ
This is you, this is me, this is all we need Is it true?
My faith is shaken, but I still believe
This is you, this is me, this is all we need
So won't you stay a while?

Πολύ όμορφο ποίημα Κατερίνα. Αναπόσπαστο κομμάτι της εξαίρετης ποιητικής σου συλλογής που απολαμβάνουμε καιρό τώρα. Μπράβο καλή μου φίλη. Πάντα τέτοια.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕυχαριστώ πολύ, με τιμούν τα λόγια σας!
ΔιαγραφήΠολύ καλό και πρωτότυπο το ποίημά σου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔυνατή γραφή
Μπράβο σου
Σας ευχαριστώ πολύ!
Διαγραφή