" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη
Το βιβλίο σταματημένο
Σε εκείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά
Σε εκείνη τη σελίδα εμποτισμένη
Με άρωμα αλμύρας αναδευόμενο
με τη γεύση των φιλιών του
που στέκει μάρτυρας μπροστά στα δυό της μάτια
Ελαφρώς τσακισμένη
από την πολυχρησία και
μουσκεμένη από τα δάκρυα της
ζητά μια λύτρωση
Ένα τέλος
Στο τέρας που τη βασανίζει
Αδιάλειπτα τα βραδιά
Το βιβλίο συνεχίζει
Την αφήγηση του..
Λογιών λογιών σελίδες
Περνούν από μπροστά της
Μαζί με αυτές
Άνθρωποι και συναισθήματα
-Κομμάτια της ζωής της-
Φτάνοντας προς το τέλος και
πριν κλείσει το δερματόδετο βαρύ βιβλίο
Επιστρέφει για ακόμη μια φορά
Σε εκείνη την σελίδα
Που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ μέσα της
Αναλογίζεται τι έφταιξε
Και άγγιξε την ψυχή της
τόσο γρήγορα
Μα πως συνέβη ;
Ούτε η ίδια δε γνωρίζει
Απλώς συνέβη..
Τραβάει σιγανά το ξύλινο συρτάρι
του κομοδίνου της και
Βγάζει έναν κόκκινο σελιδοδείκτη
Που τοποθετεί προσεκτικά
Και με ευλαβικές μηχανικές κινήσεις
στο μέσο της σελίδας..
«Αυτή η σελίδα πρέπει να διαβαστεί διαφορετικά αυτή τη φορά» μονολογεί.
«Ίσως όταν θα είμαστε έτοιμοι
Θα συναντηθούμε ξανά, όπως τότε..»
Σκούπισε τα δάκρυα της που κυλούσαν σε όλο της το πρόσωπο και με βαριά καρδιά
έκλεισε το βιβλίο..
«Μέχρι τότε, μείνε εκεί να με περιμένεις, μόνο μην χάσεις την μυρωδιά σου, μην με ξεχάσεις με τα χρόνια , μην αφήσεις τη μορφή μου να ξεθωριάσει..
Θυμήσου την τελευταία σου κουβέντα,
όπως εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ..
Μέχρι τότε, θα «ζεις» και θα «ζω» μέσα από αυτή τη σελίδα..».
Κ.Χ
This is you, this is me, this is all we need Is it true?
My faith is shaken, but I still believe
This is you, this is me, this is all we need
So won't you stay a while?

Πολύ όμορφο ποίημα Κατερίνα. Αναπόσπαστο κομμάτι της εξαίρετης ποιητικής σου συλλογής που απολαμβάνουμε καιρό τώρα. Μπράβο καλή μου φίλη. Πάντα τέτοια.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕυχαριστώ πολύ, με τιμούν τα λόγια σας!
ΔιαγραφήΠολύ καλό και πρωτότυπο το ποίημά σου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔυνατή γραφή
Μπράβο σου
Σας ευχαριστώ πολύ!
Διαγραφή