Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

H σελίδα








Το βιβλίο σταματημένο 

Σε εκείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά 

Σε εκείνη τη σελίδα εμποτισμένη 

Με άρωμα αλμύρας αναδευόμενο

 με τη γεύση των φιλιών του

που στέκει μάρτυρας μπροστά στα δυό της μάτια 

Ελαφρώς τσακισμένη 

από την πολυχρησία και 

μουσκεμένη από τα δάκρυα της 

ζητά μια λύτρωση 

Ένα τέλος 

Στο τέρας που τη βασανίζει 

Αδιάλειπτα τα βραδιά 


Το βιβλίο συνεχίζει 

Την αφήγηση του..

Λογιών λογιών σελίδες 

Περνούν από μπροστά της 

Μαζί με αυτές 

Άνθρωποι και συναισθήματα 


-Κομμάτια της ζωής της-


Φτάνοντας προς το τέλος και 

πριν κλείσει το δερματόδετο βαρύ βιβλίο 

Επιστρέφει για ακόμη μια φορά 

Σε εκείνη την σελίδα 

Που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ μέσα της

Αναλογίζεται τι έφταιξε 

Και άγγιξε την ψυχή της 

τόσο γρήγορα 

Μα πως συνέβη ; 

Ούτε η ίδια δε γνωρίζει 

Απλώς συνέβη..

Τραβάει σιγανά το ξύλινο συρτάρι 

του κομοδίνου της και 

Βγάζει έναν κόκκινο σελιδοδείκτη 

Που τοποθετεί προσεκτικά 

Και με ευλαβικές μηχανικές κινήσεις 

στο μέσο της σελίδας..



«Αυτή η σελίδα πρέπει να διαβαστεί διαφορετικά αυτή τη φορά» μονολογεί.



«Ίσως όταν θα είμαστε έτοιμοι 

Θα συναντηθούμε ξανά, όπως τότε..»



Σκούπισε τα δάκρυα της που κυλούσαν σε όλο της το πρόσωπο και με βαριά καρδιά 

έκλεισε το βιβλίο..



«Μέχρι τότε, μείνε εκεί να με περιμένεις, μόνο μην χάσεις την μυρωδιά σου, μην με ξεχάσεις με τα χρόνια , μην αφήσεις τη μορφή  μου να ξεθωριάσει..

Θυμήσου την τελευταία σου κουβέντα,

 όπως εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ..

Μέχρι τότε, θα «ζεις» και θα «ζω» μέσα από αυτή τη σελίδα..».



Κ.Χ


Από την ποιητική της συλλογή "Ζωή και Ποίηση"





This is you, this is me, this is all we need Is it true? 
My faith is shaken, but I still believe 
This is you, this is me, this is all we need



So won't you stay a while?






Σχόλια

  1. Πολύ όμορφο ποίημα Κατερίνα. Αναπόσπαστο κομμάτι της εξαίρετης ποιητικής σου συλλογής που απολαμβάνουμε καιρό τώρα. Μπράβο καλή μου φίλη. Πάντα τέτοια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ καλό και πρωτότυπο το ποίημά σου.
    Δυνατή γραφή
    Μπράβο σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...