Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"Η παράδοξη υπόθεση των αρτίστικ δολοφονιών" του Γιώργου Δερβεντλή



Φίλες και φίλοι,
Ο Γιώργος Δερβεντλής είναι ένας από τους συγγραφείς εκείνους που δουλεύουν χρόνια και με συνέπεια το μυθιστόρημα τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας. (Horror, Sci-fi horror, crime, fantasy). Επίσης είναι συγγραφέας που η πένα του, πολλές φορές, δοκιμασμένα και με εξαιρετικό τρόπο, έχει παρουσιάσει έργα με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις και αναφορές.

Μέλος εδώ στην ομάδα μας αλλά και γνωστός για τη δουλειά του εδώ και χρόνια, μέσα από το προσωπικό του blog My Little Stores έχουν περάσει προς τα έξω διηγήματα, νουβέλες και έργα που πραγματικά σε μεταφέρουν σε αλλόκοτους συναρπαστικούς μα και συνάμα εφιαλτικούς κόσμους. Σε κόσμους και χώρους όπου ο άνθρωπος ως οντότητα προσπαθεί να βρει τις δικές του αναφορές και ισορροπίες.


Σε αυτήν την ανάρτηση θα ήθελα να σας παρουσιάσουμε το τελευταίο του έργο:

"Μια παράδοξη υπόθεση των αρτίστικ δολοφονιών"

Όπως αυτήν μπορείτε να την παρακολουθήσετε να δημοσιεύεται σε συνέχειες μέσα από το προσωπικό του blog.

Αφήνω τα ίδια τα λόγια του Γιώργου Δεβρεντλή να μας δώσουν ένα περίγραμμα για αυτές τις ...παράδοξες υποθέσεις


"Μια στυγερή δολοφονία λαμβάνει χώρα στο μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης. Ένα 15 χρόνο κορίτσι το θύμα που έχει εκτελεστεί με έναν ιεροτελεστικό τρόπο. Ο τρόπος της δολοφονίας της έχει τις ρίζες στις τελετουργίες αίματος του Νίτσε. Ο Ντέμης Λοτρέκ,ένας φιλήσυχος ντετέκτιβ του τμήματος των εγκλημάτων τέχνης. 
Και ενώ τα πάντα δείχνουν πως είναι άλλη μία υπόθεση ρουτίνας η αλήθεια και τα κίνητρα είναι πιο σύνθετα.
Σε μια πρόωρα ανεπτυγμένη εποχή όπου τα φαινόμενα απατούν ο ντετέκτιβ Λοτρέκ θα προσπαθήσει να ξετυλίξει το κουβάρι. Θα προσπαθήσει να βρει τον υπεύθυνο πίσω από τις αποτρόπαιες δολοφονίες και να απαλλαγεί από την σκιά που του στοιχειώνει το μυαλό."




Προσωπικά θεωρώ αυτό το έργο να έχει τέτοια δύναμη, που πραγματικά σε καθηλώνει, σε μαγεύει. Το βάθος της φαντασίας του, τα σκοτάδια του, οι παραπομπές του και η πλοκή του είναι τέτοια που θα σας κρατήσει συντροφιά ως το τέλος, μιας και συνεχίζεται η δημοσίευσή του.

Μπορείτε να το διαβάζετε εδώ:  



Σχόλια

  1. Εύχομαι καλή συνέχεια και επιτυχία στο έργο σου Γιώργο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καταπληκτικό έργο. Το παρακολουθώ ανελλιπώς.Περιμένω τη συνέχεια και το τέλος με αδημονία. Μας καθηλώνει η πένα σου Γιώργο. Να σαι καλα και πάντα δημιουργικός και επιτυχημένος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άννα μου να σ' ευχαριστίσω και από 'δω για την υπομονή σου και την στήριξη σου.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...