Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Η Μυρωδιά του βιβλίου


Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Γράφει η Βούλα Γκεμίση

«Δεν αντέχω μαμά…»

Το καταθλιπτικό βλέμμα της Άλκηστης έγειρε προς το κενό που υπήρχε δίπλα της. Στο μαξιλάρι της η ανάμνηση χόρευε σαν επαγγελματίας μπαλαρίνα στριφογυρίζοντας ρυθμικά πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί.. Με τα ακροδάχτυλα της άφησε ένα τρυφερό χάδι στη σελίδα του βιβλίου που μόλις είχε ανοίξει. Το λιγοστό φως φεγγοβολούσε ασθενικά πάνω στην προσεγμένη γραμματοσειρά και εκείνη με το άλλο της χέρι – έτριψε την άκρη των ματιών της μουσκεύοντας το δέρμα της.
Όλα άλλαξαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Έγιναν μουντά. Άχρωμα. Χωρίς καμία ένδειξη επαναφοράς. Τα χρωματιστά όνειρα της έμοιαζαν με μουτζούρα πια, τη στιγμή που κάποιο αόρατο χέρι ένα βράδυ τα έσβησε μεμιάς. Κανείς δεν την ρώτησε. Κανείς δεν νοιάστηκε πραγματικά.

Έφερε το ανοιχτό βιβλίο κοντά στο στήθος της και άθελα της το έσφιξε στο σημείο της καρδιάς. Ένας κόμπος ανέβηκε αυτόματα στο λαιμό της, αγκαλιάζοντας στη διαδρομή του έναν λυγμό που δεν κατάφερε κάπου στο τέλος να βρει την λύτρωση του. Το ίδιο συναίσθημα εδώ και καιρό. Η ίδια δυσφορία που της μαστιγώνει ότι καλό είχε για να θυμάται.
«Είμαι μόνη…» Ψέλλισε με το βλέμμα της να αιωρείται ακανόνιστα μέσα στο μισοσκόταδο και επανέλαβε την ίδια φράση ξανά και ξανά με το μυαλό κολλημένο πάνω στην σκέψη που διατηρούσε εδώ και ώρα.
«Είμαι μόλις δώδεκα χρονών…» Είπε χαμηλόφωνα και έγειρε το σώμα της ξαπλώνοντας σε εμβρυική στάση. Το βλέμμα της αναζήτησε και πάλι το κενό. Η Άλκηστη δεν ήταν ένα παιδί που της είχαν μάθει με ποιο τρόπο θα έπρεπε να δέχεται τα δώρα και αυτό το βιβλίο που είχε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά της αρκετή ώρα τώρα με την χαρακτηριστική μυρωδιά του, την έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Το έσφιξε ακόμα πιο δυνατά επάνω της σαν να ήθελε να το προστατέψει από κάποια ανεξήγητη εχθρική πρόκληση ώσπου έμπηξε τα νύχια στο εξώφυλλο του και άρχισε να το τρίβει ανυπόμονα.  

«Είναι δικό μου! Μην το αγγίζεις!» Ούρλιαξε με όλη της την δύναμη και τα δάκρυα άρχισαν να κατηφορίζουν αργά αγκαλιάζοντας τα δυο της μάγουλα. Η πόρτα του δωματίου της άνοιξε διάπλατα και δύο γέρικα χέρια προσπάθησαν να την καθησυχάσουν. Ένα νανούρισμα βγήκε από τα ρυτιδιασμένα χείλη της γριάς γυναίκας όταν η Άλκηστη παραδόθηκε μέσα στην αγκαλιά της. Νανούρισμα και χάδι πάντρεψαν την κίνηση από το ροζιασμένο χέρι της όσο οι συγχρονισμένες κινήσεις του έγιναν το πιο ζεστό καταφύγιο σε μία παιδική ψυχή που αιμορραγούσε συνεχώς από ανοιχτές πληγές.

«Σώπα κορίτσι μου… Σώπα μικρή μου…» Βγήκαν οι ξεψυχισμένες λέξεις βαριές από τα βάθη της καρδιάς της κάπου στο τέλος του τραγουδιού. Η Άλκηστη γύρισε και κάρφωσε με το πονεμένο βλέμμα της τα σκουρόχρωμα και βουρκωμένα μάτια της γιαγιάς της. Δεν είπε τίποτα, μα οι βουβές κραυγές της μέσα από τα αναφιλητά της τα είχαν πει όλα. Κατηφόρισε το βλέμμα με το κεφάλι της κοιτάζοντας προς το ανοιχτό βιβλίο που είχε αγκαλιάσει με αυτό την κοιλιά της. Έπειτα, κοίταξε αργά και μελαγχολικά μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της, την γιαγιά της.
«Πονάει γιαγιά… Πονάει πολύ… Έχει το άρωμα της…»

Η γιαγιά κοίταξε νοσταλγικά όλο θλίψη το βιβλίο που αγκάλιαζε ακόμα την κοιλιά της εγγονής της. Θα ήθελε να είχε τη δύναμη να της πει για εκείνα τα δώρα που αφήνει η ίδια η ζωή, μα το κοριτσάκι της δεν ήταν σε θέση να καταλάβει. Όλα ξαφνικά μπροστά στα μάτια της εγγονής της έμοιαζαν να ορφάνεψαν από λέξεις απότομα. Η καρδιά της δεν βαστούσε πια να βρει λόγια παρηγοριάς μέσα της.
«Δεν θα την ξανά δω…» Έσφιξε τα δόντια του το κορίτσι και ξανά χώθηκε στην αγκαλιά της. «Αν πάθεις και εσύ κάτι τότε θα μείνω για πάντα μόνη μου…» Η χροιά της φωνής της πρόδιδε ανασφάλεια. Φόβο και μοναξιά. Από εκείνες τις μοναξιές που δεν αντέχει κανείς.

Αυτό το βιβλίο είχε όντως το άρωμα της κόρης της. Ποτισμένο με ένα σορό αναμνήσεις. Ένα δερματόδετο βιβλίο με κιτρινισμένες σελίδες. Νοτισμένες από τον ίδιο το χρόνο. Η κόρη της ήταν ακόμα έφηβη όταν είχε ξεκινήσει να το γράφει και μέσα στις σελίδες του οι σκέψεις έμοιαζαν να είναι με ότι πολύτιμο είχε μείνει από εκείνην. Ένα ημερολόγιο. Μία κατάθεση ψυχής. Ένα βιβλίο που το είχε ντύσει με τα χέρια της και την συντρόφευε όλα τα χρόνια της ζωής της. Κάθε σελίδα του έκρυβε όλες τις μοναχικές στιγμές της.
Η γιαγιά το πήρε στα χέρια της αποδεσμεύοντας το από την αγκαλιά της εγγονής της και το έφερε αργά κοντά στα δυο της χείλη αφήνοντας ένα τρυφερό φιλί. Η μυρωδιά του την αγκάλιασε. Έμεινε για λίγο με το βλέμμα της καρφωμένο επάνω του. Ένιωσε την παρουσία της κόρης της τόσο έντονα που ήταν σχεδόν βέβαιη ότι κανένας Θεός δεν την είχε πάρει από κοντά τους τόσο άδικα. Κανείς δεν τα βάζει με τον ίδιο το θάνατο. Όλοι τον τρέμουν και γνώριζε το πόσο γενναία αντιμετώπισε το χρονικό περιθώριο ζωής που της είχαν υποδείξει οι γιατροί μετά τις εξετάσεις της.

Η Άλκηστη χώθηκε μέσα στην αγκαλιά της γιαγιάς της με μάτια βουρκωμένα. Έψαχνε λόγια για να εκφράσει τα συναισθήματα της μα οι χτύποι της καρδιάς της ήταν πιο δυνατοί από λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Γύρισε μόνο και την κοίταξε ακολουθώντας το βλέμμα της που εστίαζε όλο και περισσότερο επάνω στο βιβλίο.
«Όσα χρόνια και να περάσουν αυτό το βιβλίο δεν θα πάψει ποτέ να μυρίζει όπως εκείνη…»
Αποκρίθηκε ενώ τα βλέφαρα της έκλειναν με θλίψη.  
«Γιαγιά… γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι;»

Η παιδική φωνή της ήταν ήρεμη. Τόσο ήρεμη, που η ηρεμία αυτή έκανε την γιαγιά της να ραγίσει συναισθηματικά. Άπλωσε αργά το χέρι της και χάιδεψε την εγγονή της στο μάγουλο. Είχε χάσει ήδη το παιδί της, αλλά μέσα στα δυο ανοιχτόχρωμα μάτια της αντίκριζε το βλέμμα της κόρης της. Πόσο της έμοιαζε… Τα δάκρυα της κύλησαν ακανόνιστα αυλακώνοντας το γέρικο πρόσωπο της. Πόσο πόνο μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους αυτά τα δάκρυα; Άπλωσε το χέρι της και αναζήτησε μέσα στο βιβλίο την τελευταία μέρα της ζωής της που είχε κλείσει μέσα του η κόρη της. Όλες οι λέξεις της που ήταν αποτυπωμένες πάνω στο χαρτί άφηναν πίσω της το πιο αισιόδοξο μήνυμα. Να μην διατηρείται κανένας φόβος για τις στιγμές. Απλά να τις ζούμε. Στη διπλανή σελίδα υπήρχε μια κενή σελίδα. Με την παλάμη της χάιδεψε την επιφάνεια της κοιτάζοντας και πάλι την εγγονούλα της στα μάτια:

«Από εδώ… Από εδώ μπορείς να συνεχίσεις αυτό το βιβλίο. Την ιστορία που έμεινε μισή… Εσύ είσαι η συνέχεια της…»

Σχόλια

  1. Βούλα είναι υπέροχο. Φορτωμένο συναισθήματα. Όμως καλή μας φίλη, δεν μας είπες το δημιουργό του. Κρατώ την ανάσα μου, ναι είναι δικό σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, δικό μου είναι... Το έγραψα με αφορμή το blog...

      Διαγραφή
    2. Για μια ακόμα φορά τα συγχαρητήρια μου Βούλα! Η γραφή σου δείχνει ακόμα πιο ώριμη, ακόμα πιο εκφραστική. Μπράβο κοπέλα μου.

      Διαγραφή
  2. Γεμάτο συναισθήματα και εικόνες...υπέροχο αγαπημένη !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πω πω Βούλα...είναι απλά πανέμορφο...με όλη τη στεναχώρια του και τα δάκρυα και τη μυρωδιά αυτού του βιβλίου. Και τη όμορφη απάντηση σε μια τόσο δύσκολη ερώτηση. Πραγματικά, υπέροχο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...