Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Ένα άδειο λιμάνι



Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ


Δεν είμαι παρά ένα λιμάνι.
Θα πίστευε κανείς ότι αυτό είναι καλό, ότι είμαι ένας προορισμός. Κόσμος έρχεται, αράζει, εξερευνά. Διασκεδάζει με όσα μπορώ να προσφέρω, αγκαλιάζει την περιπέτεια αυτού του λιμανιού.
Πράγματι, κόσμος έρχεται, αράζει κι εξερευνά. Η ζωή μου αποκτά νόημα. Γεμίζει χρώμα και μια ευχάριστη φασαρία. Αγκαλιάζω κι εγώ την περιπέτεια που μου προσφέρουν όσοι έριξαν άγκυρα σε μένα.
Μα αυτό δεν κρατάει για πολύ καιρό.
Τα λιμάνια είναι προορισμός, αλλά όχι παντοτινός.
Κόσμος έρχεται και φεύγει. Περνάει, παίρνει ό,τι μπορεί και χάνεται στον ορίζοντα, αφήνοντας με κενή. Κάθε φορά κάνουν την εμφάνιση τους νέοι εξερευνητές δίνοντας μου την ελπίδα πως θα μείνουν για πάντα. Μα κι αυτοί, σαν όλους τους άλλους, αδειάζουν τα σεντούκια της ψυχής μου και φεύγουν όσο γρήγορα ήρθαν.
Κι εγώ μένω κενή.
Το λιμάνι έχει ζωή για λίγο καιρό. Μετά είναι ήσυχο σαν νεκροταφείο.
Το λιμάνι έχει κόσμο για λίγο καιρό. Μετά αδειάζει.
Γιατί ο κόσμος προτιμάει το εφήμερο και τα κέρδη, παρά να αράξει κάπου μόνιμα και να δώσει κάτι σε αντάλλαγμα.
Δεν βαριέσαι, τουλάχιστον το άδειο λιμάνι είναι και το πιο καθαρό.


Σχόλια

  1. Πολύ όμορφες σκέψεις.
    Το λιμάνι λοιπόν. Ένας προορισμός που δεν είναι για ...μονιμότητα. Σε συνεχή κίνηση. Υποδοχές και αποχωρισμοί. Δίνει και παίρνει. "Κάθε λιμάνι και καημός". Δεν γράφτηκε τυχαία. Έχει τη σημασία και την ιστορία του.
    Κρατώ τις όμορφες σκέψεις σου Δανάη μου όπως πάντα έχουν κάτι σημαντικό να πουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτός ο στίχος. Η αλήθεια είναι τόσο βαθιά που όλοι θα βρούμε ένα παράδειγμα να το στηρίξουμε

      Διαγραφή
  2. Τρελάθηκα με τον παραλληλισμό! Και το συναίσθημα που δίνεις, νομίζω το ΄χουμε νιώσει όλοι, αλλά εσύ το αποτύπωσες τόσο παραστατικά. Κι έχει και έναν "ζαμαμφουτισμό", όπως μου αρέσει να λέω, ειδικά στο τέλος, που μου αρέσει πάρα πολύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ετσι ειναι Χάρη, δυστυχώς. Αυτό το συναίσθημα το έχουμε βιώσει όλοι..

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...