Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Εξέλιξη του Τρόμου στη Λογοτεχνία: Από το Γοτθικό Σκοτάδι στο Halloween | Χάρης Κωφιάδης

Γιατί επιζητούμε την αδρεναλίνη του φόβου μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, ενώ στην πραγματική ζωή τον αποφεύγουμε; Καθώς πλησιάζει η πιο ατμοσφαιρική νύχτα του Οκτώβρη, τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η ανάγκη μας για μια σκοτεινή ιστορία γιγαντώνεται. Σε καλωσορίζω σε μια αναδρομή στις μορφές που πήρε ο τρόμος στη λογοτεχνία και στο γιατί το Halloween παραμένει η απόλυτη γιορτή των «περιέργων» αναγνωστών. Ανέκαθεν με τραβούσε το σκοτάδι στην τέχνη. Όχι πως αγνοούσα το φως, αλλά παρουσιάζεται συχνά ως λιγότερο γοητευτικό. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του ανασφάλεια, αδρεναλίνη, το άγνωστο. Μας προκαλεί συναισθήματα τα οποία δεν θέλουμε να βιώσουμε στην καθημερινότητα και προτιμάμε να τα ανακαλύπτουμε από την ασφάλεια του καναπέ. Εκεί όπου ξέρουμε πολύ καλά πως ο τρόμος τελειώνει τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο. Ή και λίγες ώρες αργότερα, ανάλογα πόσο θα μας επηρεάσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια φανταστική ιστορία...

Υδάτινο Φέρετρο


Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ 


«Δεν έχω καταφέρει να δαμάσω ακόμα αυτό τον ψεύτικο κόσμο
Δεν έχω καταφέρει να συναντήσω ακόμα τους αγαπημένους μου
Φύγε θάνατε κι έλα ξανά μετά». 
- Karacaoglan (c. 1606 - 1680)



Η Ελενίτσα βάδιζε πλάι στην ακρογιαλιά κρατώντας σφιχτά την κούκλα της. Ο ουρανός από πάνω ήταν γεμάτος χρώματα από τους χαρταετούς που πετούσαν οι συντοπίτες της. Κάπου εκεί βρισκόταν και αυτός που πάσχιζαν να κρατήσουν ψηλά ο πατέρας με τον αδερφό της. Εκείνη όμως είχε κουραστεί και ζήτησε από την μητέρα της την άδεια να κατέβει στην παραλία.
«Δεν θα πλησιάσεις το νερό», την είχε συμβουλέψει. «’Κει κοντά είναι και η κυρά Μάρω. Αν δεις κάποιον περίεργο ή πεινάσεις θα τρέξεις κοντά της».
Αφού η μικρή υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό,τι της υπέδειξε η μητέρα της, κατέβηκε να απολαύσει την αλμύρα και τον απαλό ήχο του νερού καθώς άγγιζε τα βότσαλα.
Λίγη ώρα αφότου βρέθηκε στην παραλία, είδε από μακριά ένα παιδί να κάθεται και να κοιτάζει το νερό θλιμμένο. Θυμούμενη τα λόγια της μητέρας της ένιωσε πως έπρεπε να τρέξει στην κυρά Μάρω. Όμως παρατηρώντας το καλύτερα, κατάλαβε ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Φαινόταν μικρότερος της και χωρίς ιδιαίτερη ενέργεια.
Το πλησίασε με αργά βήματα για να μην το τρομάξει και όσο μειωνόταν η απόσταση, συνειδητοποίησε ότι το μικρό αγοράκι ήταν βρεγμένο. Πρέπει να είχε μπει στην θάλασσα με τα ρούχα του και τώρα έσταζαν, όπως και τα σγουρά μαλλιά του.
Όταν το αγόρι άκουσε τα βήματα της, τινάχτηκε προς τα πίσω. Τα μάτια του λαμπίρισαν από τον φόβο και κλαψούρισε ένα παράπονο που η Ελενίτσα δεν κατάλαβε. Το παιδί δεν πρέπει να ήταν ντόπιο, όπως μαρτυρούσε το σκούρο δέρμα του.
«Μην φοβάσαι», προσπάθησε να τον καθησυχάσει και γονάτισε δίπλα του. «Είμαι η Ελένη. Είμαι εννιά χρονών. Εσύ ποιος είσαι;»
Το αγόρι δεν την κατάλαβε και ο φόβος μεγάλωνε λεπτό με το λεπτό. Ήθελε να βρεθεί στην ζεστή και προστατευτική αγκαλιά της μητέρας του, αλλά δεν ήξερε πού ήταν. Από όταν μπατάρισε η βάρκα έχασε κάθε ίχνος της οικογένειας του. Και τώρα ήταν μόνος του, παγωμένος και τρομαγμένος.
«Γιατί είσαι βρεγμένος;», τον ρώτησε η Ελένη. «Μπήκες στην θάλασσα; Είναι πολύ κρύα ακόμα».
Τα μάτια του αγοριού πλημμύρισαν με δάκρυα κι άρχισαν να τρέχουν στο καστανό πλην χλωμό του δέρμα. Η Ελενίτσα κατάλαβε ότι κρύωνε, γιατί τα χείλη του είχαν πάρει μια μοβ απόχρωση και έβγαλε το ζακετάκι της για να ρίξει πάνω στους ώμους του. Ευτυχώς ήταν αρκετά πιο μικρός από εκείνη κι έτσι του ήταν λίγο πιο μεγάλο.
«Είσαι καλύτερα;»
Όσο κι αν του απηύθυνε τον λόγο, το αγόρι δεν μπορούσε να της απαντήσει. Ήθελε να της πει κι εκείνος τόσα πολλά αλλά ήταν φανερό ότι δεν θα κατάφερναν να συνεννοηθούν. Αρκέστηκε να την ευχαριστήσει στην μητρική του γλώσσα με ένα αδύναμο χαμόγελο.
Ίσως πρέπει να φωνάξω την κυρά Μάρω, συλλογίστηκε η Ελενίτσα. Αν μπορούσε να φροντίσει την ίδια, σίγουρα θα έκανε το ίδιο με το παιδί.
«Περίμενε εδώ», του είπε κι έκανε να σηκωθεί.
Το αγόρι όμως άρπαξε το χέρι της και με απεγνωσμένο βλέμμα την παρακάλεσε να μην φύγει. Δεν ήθελε να μείνει πάλι μόνος του. Εκεί που ήταν πριν βρεθεί στο ακρογιάλι ήταν σκοτεινά και απόκοσμα. Η παρουσία της Ελενίτσας όμως τον γαλήνεψε και τον βοήθησε να νιώσει την ζεστασιά του ήλιου και της θαλπωρής.
«Θέλεις να παίξουμε;»
Για να την καταλάβει καλύτερα, πήρε ένα ορθογώνιο βότσαλο, έγειρε ελαφρώς στα πλάγια και το πέταξε στην θάλασσα. Αυτό αναπήδησε τρεις φορές μέχρι τελικά να βυθιστεί στο νερό. Το αγόρι χαμογέλασε με αυτό το θέαμα και η Ελενίτσα του βρήκε το κατάλληλο βότσαλο ώστε να το καταφέρει κι ο ίδιος.
Χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες μέχρι η μικρή πέτρα να αναπηδήσει στο νερό, αλλά η Ελένη ενθάρρυνε τον φίλο της με ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη. Όταν τελικά τα κατάφερε, χειροκρότησε ενθουσιασμένη και τον έκλεισε στην αγκαλιά της. Εκείνος κούρνιασε στην ωμοπλάτη της και έκλαψε σιωπηλά. Έτσι τρυφερά τον κρατούσε και η μαμά του κάθε φορά που κατάφερνε κάτι. Άραγε θα τον αγκάλιαζε ξανά ή αυτή ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε ασφαλής;
Όταν η Ελενίτσα έλυσε τον δεσμό τους και στράφηκε ξανά προς την θάλασσα, αντίκρισε μια αλλόκοσμη εικόνα. Εκατοντάδες παιδιά, από μωρά μέχρι και μεγαλύτερα από εκείνη, αιωρούνταν πάνω από το νερό. Ήταν επίσης χλομά και βρεγμένα όπως ο άγνωστος φίλος της και είχαν την ίδια θλίψη στο βλέμμα τους. Μόλις τους είδε κι εκείνος κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να γλιτώσει από αυτή την μοίρα. Παρά τις προσπάθειες του να ξεγλιστρήσει, η θέση του ήταν μαζί τους.
Με τα δάκρυα να χύνονται σαν καταρράκτες και τον θρήνο του για τον εαυτό του και τα υπόλοιπα παιδιά να σκίζουν την ηρεμία του αέρα, βάδισε μέσα στην θάλασσα. Η Ελενίτσα προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά εκείνος κινούταν γρήγορα και αέρινα σαν να μην ήταν σάρκα και οστά. Το ζακετάκι της έπεσε στα βότσαλα όταν το αγόρι βρισκόταν πια πάνω από το νερό. Και μόλις πλησίασε αρκετά τους άυλους συντρόφους του, βυθίστηκαν στην καρδιά του πελάγους, στο απέραντο υδάτινο φέρετρο.
Λίγες ώρες αργότερα η γειτονιά είχε βουίξει με τα νέα. Μια λέμβος είχε αναποδογυρίσει κι ένα ακόμα παιδί πνίγηκε στο Αιγαίο. Η Ελενίτσα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο τρομαγμένος φίλος της δεν ήταν παρά η ψυχή ενός παιδιού που δυσκολευόταν να πραγματοποιήσει τη μεγάλη μετάβαση. Γι’ αυτό ήταν κρύος και χλομός, γιατί είχε πεθάνει.
Έξω από το δωμάτιο της άκουγε τον αδερφό της και τον πατέρα της να τσακώνονται και η ψυχή της βάρυνε ακόμα περισσότερο.
«Καλύτερα. Ένας λιγότερος», ήταν τα σκληρά λόγια του πατέρα της.
«Πώς μπορείς να το λες αυτό;», αναφώνησε ο δεκαεξάχρονος αδερφός της. «Ήταν απλά ένα παιδί. Μικρότερος κι από την Ελενίτσα μας. Θα ήθελες να έλεγαν κάτι τέτοιο για εκείνη;»
«Αν γινόταν πόλεμος στην πατρίδα μου, θα καθόμουν να πολεμήσω. Δεν θα έφευγα σαν δειλός».
«Δεν είναι δειλία η θέληση για ζωή!»
«Για ποιον λόγο τους υπερασπίζεσαι; Έλληνας είσαι εσύ μωρέ;»
«Έλληνας σημαίνει και τέρας; Πάνω από όλα είμαι άνθρωπος».
«Τα ίδια θα λες όταν οι βρομιάρηδες περάσουν τα σύνορα μας;»
«Γιατί μισείς αυτούς; Δεν ήρθαν μόνοι τους! Κάποιος τους έστειλε. Κάποιος ανώτερος με δύναμη και λεφτά. Αυτοί δεν είναι παρά τα πιόνια τους στην μεγάλη σκακιέρα εξουσίας».
«Φωνάζουν ότι θα μας σκοτώσουν».
«Το ίδιο κι εμείς! Αυτοί οι άνθρωποι ήταν κάποτε παιδιά και δεν μεγάλωσαν όπως εγώ κι η Ελένη. Έζησαν τον πόλεμο και την φρίκη του. Ήταν μονίμως τρομαγμένοι. Και τα τρομαγμένα παιδιά γίνονται βίαιοι ενήλικες. Όμως δεν ήρθαν με την θέληση τους εδώ. Κάποιος τους χρησιμοποιεί ως μέσο εκβιασμού. Πότε αρχίσαμε να φερόμαστε στους ανθρώπους σαν αντικείμενα; Πότε έγινε η αγανάκτηση τους όπλο μας;»
«Είσαι μικρός και βλέπεις τον κόσμο ρομαντικά. Μεγαλώνοντας όμως...»
«Θα γίνω κι εγώ ένας βίαιος ενήλικας, γιατί φοβάμαι! Αυτός ο κόσμος είναι τρομακτικός. Και τον κάνατε εσείς έτσι».
Ανήμπορος πια να ακούει τον παράλογο πατέρα του, πήρε τον δρόμο για το δωμάτιο του. Στον διάδρομο τον περίμενε η κλαμένη του αδερφή.
«Μην μου στενοχωριέσαι Ελενίτσα», αποκρίθηκε σκουπίζοντας τα μάγουλα της. «Σου υπόσχομαι ότι δεν θα αφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο σε σένα».
Ήταν σίγουρος πως ούτε η μάνα του νεκρού παιδιού ήθελε κάτι τέτοιο για τον γιο της. Κι εκείνη θα πάλεψε για να τον σώσει από την ανθρώπινη μιζέρια. Αλλά η μοίρα έδειξε ξανά το πιο σκληρό της πρόσωπο.
«Γιατί πεθαίνουν τα παιδιά;», τον ρώτησε. «Νόμιζα ότι μόνο οι μεγάλοι πεθαίνουν».
Τι να της έλεγε; Πώς θα της εξηγούσε ότι αυτός ο κόσμος δεν ευνοούσε τις αθώες ψυχές; Πώς θρεφόταν από αυτές; Θα κοιμόταν ήσυχη τα βράδια αν γνώριζε πως ό,τι θεωρούσε δεδομένο  μπορούσε να ανατραπεί μέσα σε μια στιγμή; Ότι η ειρήνη διατηρούταν δυσκολότερα από τον πόλεμο; Ότι η ανάγκη για επιβίωση θα την καθιστούσε δακτυλοδακτούμενη και παρία; Εκείνος πάντως δεν μπορούσε να κλείσει μάτι γνωρίζοντας ότι όλοι τους ήταν αναλώσιμοι σε όσους υποστήριζαν ότι κυβερνούσαν με γνώμονα το καλό τους, γιατί το καλό των απλών πολιτών ήταν το τελευταίο πρόβλημα των ανωτέρων.
«Δυστυχώς Ελενίτσα, δεν ξέρω γιατί πεθαίνουν τα παιδιά. Αυτό που ξέρω είναι ότι τώρα δεν φοβούνται».

Σχόλια

  1. Δανάη πάρα πολύ ωραίο και δυνατό με ζωντανές εικόνες. Μπράβο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα κείμενο γεμάτο αλήθειες... Μπράβο Δανάη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δανάη,
    ομολογώ απερίφραστα ότι το αφήγημά σου με συγκίνησε και με άγγιξε πάρα πολύ σε όλη την καρδιά μου.
    Αυτές τις μέρες ορισμένοι κύκλοι, επικουρούμενοι από τα ΜΜΕ επιχειρούν να δαιμονοποιήσουν αδύνατους και κατατρεγμένους ανθρώπους, που, όπως αναφέρει η αφήγησή σου, χρησιμοποιούνται ασύστολα.
    Και έτσι κάποιοι , καθώς δεν έχουν την αντρειοσύνη να αντιπαλέψουν τους πραγματικούς εχθρούς και υπονομευτές, βυσσοδομούν σε αδύνατους ανθρώπους.
    Φωτεινό σημείο το αφήγημά σου και χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτό καλή μας φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι είναι Γιάννη μου. Πίσω από μια οθόνη είμαστε όλοι επαναστάτες και φυσικά τα βάζουμε με τους αδύναμους. Κι ανάμεσα τους υπάρχουν παιδιά με όνειρα που δυστυχώς τους τα διαλύουμε.

      Διαγραφή
  4. Θαυμάσιο και ανθρώπινο το διήγημά σου! Με συγκίνησε βαθύτατα
    Καλογραμμένο και πλήρες μηνυμάτων.
    Μπράβο σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ήταν αρκετά μικρό, αλλά το νόημα είναι ένα. Ευχαριστώ πολύ.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Ο Στάθης & η Αστάθεια

  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης  Η πρώτη φορά που ο Στάθης είδε τον γέρο ήταν μια μέρα που λίγο διέφερε απ’ όσες προηγήθηκαν. Στη δουλειά το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει. Φωνές και φράσεις κοφτές, τυπικά ευγενικές μα ουσιαστικά αγενείς. Σπάνια πια, των παραπόνων και των απαιτήσεων προηγούνταν μια καλημέρα, ή μια καλησπέρα. Λες κι ήταν δεδομένο… Μα δεν ήταν. Κι έλειπε κι αυτό το χαμόγελο που εκείνος δεν θα μπορούσε να δει, μα αν μη τι άλλο θα το άκουγε. Είχε καλό αυτί όπως του λέγανε άλλωστε. Χρόνια στην ίδια θέση, επαγγελματικά είχε φτάσει στο απόγειο μιας καριέρας περιορισμένης και κομματάκι πεζής, να ανέχεται τον πάσα έναν που δεν πηδούσε ή δεν πηδιόταν αρκετά. Μπορεί βέβαια να μην έφταιγαν και οι πελάτες∙ το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές και αυτό. Μπορεί να ήταν που και ο ίδιος δεν τους χαμογελούσε πια όπως παλιά. Όταν πήρε τη θέση, το ήθελε και το έκανε, μετά το προσπαθούσε. Στο τέλος το πέταξε στην άκρη σαν γραβάτα που κάπως σε στενεύει, κάπως σε πνίγει και δεν σου...