Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Μεθυσμένες αλήθειες της Τατιάνας Τζινιώλη

 


Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ


Γιατί είμαι αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί σου και η μεθυσμένη μου αλήθεια είναι πως ήξερα πως εμείς οι δυο δεν ήμασταν μόνο μια εβδομάδα σε ένα πλοίο.



Να σας πω μια μεθυσμένη αλήθεια; Λατρεύω τα βιβλία της Τατιάνας Τζινιώλη. Ω μα τι λέω! Δε χρειάζομαι αλκοόλ για να παραδεχτώ την αδυναμία μου στη συγγραφέα, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και στη δουλειά της. Το ερωτικό μυθιστόρημα, γνωστό και ως contemporary romance, είναι από τα αγαπημένα μου είδη, καθώς σαν νέο και ερωτευμένο κοράσιο απολαμβάνω τις ιστορίες αγάπης, που όμως ξεφεύγουν από το υπερβολικά αγνό τύπο του παραδοσιακού ρομαντικού είδους. Έχουν πιο σύγχρονη χροιά και είναι πιο ρεαλιστικά. Και είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει μια εγχώρια πένα που θα αποδώσει τους αγώνες και τα σαράντα κύματα μιας σχέσης νέων ανθρώπων, μέχρι αυτοί να ανοίξουν τα μάτια τους και να καταλάβουν ότι είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. (Με ακούς Χέιζελ;)


Το νέο βιβλίο της Τατιάνας, λοιπόν, μας ταξιδεύει ξανά στην Αμερική, όπου η συγγραφέας έχει ζήσει αρκετό καιρό κι έτσι μπορούμε μέσα από τις εμπειρίες της να κάνουμε ένα νοητό ταξίδι. Ένα Αυγουστιάκο πρωινό, ένα πλοίο ετοιμάζεται για κρουαζιέρα. Σε αυτό επιβιβάζονται ο Κόνορ, που γιορτάζει τα γενέθλια του – με πολύ λίγο ενθουσιασμό – και η Χέιζελ που θα γιορτάσει την αποφοίτηση της με τη γιαγιά της. Δυο άνθρωποι τελείως άγνωστοι, με διαφορετικές εμπειρίες και ψυχοσυνθέσεις θα βρεθούν ο ένας στο δρόμο του άλλου και θα ζήσουν μια καλοκαιρινή περιπέτεια. Όλο αυτό θα έπρεπε να κρατήσει τις μέρες που βρίσκονταν στη θάλασσα. Όλο αυτό θα ταξίδευε μαζί με το καράβι και έπειτα θα έμπαινε ένα τέλος. Σωστά; Λάθος!


Η ζωντανή και νεανική γραφή της Τατιάνας βοηθάει τη ροή να κυλήσει γρήγορα. Προσωπικά το ολοκλήρωσα σε μια μέρα, όχι μόνο χάρις το straightforward – που θα έλεγε κι η Τατιάνα στο Μανχάταν – ύφος της, με την πλήρη απουσία ανούσιων λεπτομερειών, αλλά και γιατί ερωτεύεσαι τους χαρακτήρες σαν ζευγάρι. Πολλοί θα πουν ότι αυτός είναι ο σκοπός ενός τέτοιου μυθιστορήματος, να θέλεις τους βασικούς χαρακτήρες μαζί. Σας πληροφορώ όμως ότι έχω διαβάσει παγκόσμια best – sellers αυτού του είδους που με άφησαν τελείως αδιάφορη για το τι θα γίνει μεταξύ τους. Η Τατιάνα δημιουργεί τέτοια ατμόσφαιρα, που απλά θέλω να τους βλέπω συνέχεια μαζί.


Κάτι τέτοιο βέβαια είναι αδύνατο. Αν όλα ήταν ιδανικά, δε θα υπήρχε λόγος να γραφτούν 343 σελίδες. Κάθε λίγο και λιγάκι ξεπηδούσαν εκείνες οι ατυχείς καταστάσεις που σε έκαναν να σφίγγεις το βιβλίο και να το τραβάς λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Μην ανησυχείς Τατιάνα, η ράχη είναι σώα.


Τα συναισθήματα ήταν πολλά και η ταύτιση σε ορισμένα σημεία μεγάλη. Προσωπικά εκτιμώ όταν ένα βιβλίο με αφήνει να δω τον εαυτό μου και με ωθεί να ανακαλέσω στιγμές του παρελθόντος. Η συναισθηματική φόρτιση γίνεται εντονότερη και η ιστορία έρχεται πιο κοντά στην καρδιά μου. Επιπλέον, όπως προανέφερα, θεωρώ τα contemporary romance ένα ιδανικό είδος για να δούμε τους εαυτούς μας και να μελετήσουμε τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, γεγονός που οι Μεθυσμένες Αλήθειες πετυχαίνουν στο έπακρον.


Δεν έχω, λοιπόν, παρά να σας παροτρύνω να κάνετε αυτό το ταξίδι, κατά προτίμηση νηφάλιοι. Ξέρω πως οι μεγαλύτερες αλήθειες λέγονται υπό την επήρεια αλκοόλ, αλλά σας υπόσχομαι πως το συγκεκριμένο βιβλίο θα σας ρίξει κάθε αντίσταση και θα πιστέψετε στον έρωτα.


Cheers!


Σχόλια

  1. Ακόμα μια εξαίρετη παρουσίαση Δανάη μου. Δεν την γνωρίζω την συγγραφέα. Εκτιμώ πολύ τις βιβλιοπαρουσιάσεις σου καθώς και συγκροτημένες είναι και ποιοτικές στην επιλογή.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολυ Γιάννη. Έτσι μπορούμε να μαθαίνουμε και νέους συγγραφείς και να δοκιμάζουμε νέα είδη!

      Διαγραφή
    2. Ακριβώς! Και σε αυτό το κομμάτι Δανάη μου είσαι ανεκτίμητη. Με άποψη και εμπειρία. Και σε ευχαριστούμε πολύ.
      Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...